Τα καλοκαίρια ψωνίζαμε παγωτά από τον Κουτάλα στη Βάρη και κολυμπούσαμε στο Καβούρι

Τα καλοκαίρια ψωνίζαμε παγωτά από τον Κουτάλα στη Βάρη και κολυμπούσαμε στο Καβούρι

Κάτσε να τεντωθώ λίγο, να φτάσω» θυμάμαι τη μαμά μου να λέει από τη θέση του συνοδηγού, στο πράσινο Fiat 128, που μας πήγαινε παντού, το ιταλικό φιατάκι που λατρέψαμε στα 80s. «Θα πάρουμε παγωτά από τον Κουτάλα» έλεγε ξεκινώντας από το σπίτι ο μπαμπάς μου. «Εγώ θέλω Λόλιποπ» συμπλήρωνα πάντα, σε περίπτωση που κάποιος το ξεχνούσε. Το φτυάρι έφτανε μέχρι το παράθυρο του αυτοκινήτου, ανάλογα βέβαια, με το που είχες σταματήσει. Καμιά φορά έπρεπε όντως, να τεντωθείς.

Αυτό δε στερούσε σε τίποτα το μεγαλείο της ιεροτελεστείας αυτής, μιας πατέντας που όρισε μια ολόκληρη εποχή, πιο απλή, πιο άναλογκ και πιο αισιόδοξη για το μέλλον.

Ο Κουτάλας, ο περιπτεράς με τη μοναδική εφεύρεση κατάφερε να γίνει τοπόσημο της παραλιακής λεωφόρου από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και τις αρχές του 2000, όπου και μετακινήθηκε σε άλλο σημείο αφήνοντας το πόστο του στη νοσταλγία και στην περαστική αναφορά, «να, εδώ ήταν το περίπτερο με την κουτάλα, θυμάσαι;»

Η ίδια η κουτάλα, το αρχικά ξύλινο και κατόπιν μεταλλικό μακρύ εξάρτημα σαν φτυάρι με δαγκάνα που έβγαινε από το περίπτερο και έφτανε μέχρι τον οδηγό του αυτοκινήτου με τα προϊόντα για να επιστρέψει με τα χρήματα και να ξαναδώσει τα ρέστα, ήταν εφεύρεση του Μιχάλη Παπαπολυχρονίου, του πεθερού δηλαδή του ιδιοκτήτη του περιπτέρου, Κώστα Ανδριόπουλου. Εκείνος ξεκίνησε τη λειτουργία του περιπτέρου το 1963.

Τότε λοιπόν το περίπτερο είχε στην πραγματικότητα χαρακτήρα πολυκαταστήματος για τη γειτονιά

periptero koutalas

«Ήταν υποχρεωμένος πολύ συχνά να βγαίνει από το περίπτερο για να εξυπηρετεί τους πελάτες του, γι’ αυτό και λίγους μήνες αφότου ξεκίνησε επινόησε την κουτάλα ώστε να γλυτώσει τη διαδρομή» θυμάται για τον πατέρα της γυναίκας του ο Κώστας Ανδριόπουλος. Αμέσως το νέο εργαλείο έκανε θραύση και ανέβασε πολύ το τζίρο του περιπτέρου, γι’ αυτό και ο Μιχάλης Παπαπολυχρονίου έσπευσε να κατοχυρώσει για την Αττική την ευρεσιτεχνία του.

Η Βούλα και τα Πηγαδάκια την εποχή εκείνη δεν είχαν καμία σχέση με τη σημερινή τους εικόνα. Στο σημείο που βρισκόταν το περίπτερο, στη συμβολή περίπου των σημερινών οδών Βάρης και Κ. Καραμανλή, τελείωνε η άσφαλτος της παραλιακής και ξεκινούσε ο χωματόδρομος. Όπως θυμάται η Χριστίνα Ανδριοπούλου, η κόρη του πρώτου περιπτερά και σύζυγος του Κώστα, ακόμη και μεταπολεμικά στην κοντινή συνοικία των Δικηγορικών οι πρόσφυγες καλλιεργούσαν κουκιά και φακές για να ζήσουν.

Τότε λοιπόν το περίπτερο είχε στην πραγματικότητα χαρακτήρα πολυκαταστήματος για τη γειτονιά. Ο Κώστας Ανδριόπουλος δούλευε 12 με 14 ώρες την ημέρα, χωρίς διακοπές, ούτε για Πάσχα και Χριστούγεννα. Το κάπνισμα ήταν κυρίαρχη τάση της εποχής επί πολλές δεκαετίες και τα περίπτερα είχαν το μονοπώλιο για την διάθεση των τσιγάρων. «Εμείς λόγω περιοχής πουλούσαμε τα ακριβά τσιγάρα, τα Καρέλια και τον Παπαστράτο που είχαν διπλάσια τιμή από τα φτηνά», θυμάται ο Κουτάλας. Μεγάλο κέρδος όμως άφηναν και οι χτένες που πωλούνταν κατά δεκάδες, τα είδη παραλίας και κάθε Καθαρά Δευτέρα οι χειροποίητοι χαρταετοί που κατασκεύαζε η οικογένεια.

Ο Κώστας Ανδριόπουλος ανέλαβε το περίπτερο τον Φεβρουάριο του 1967 και συνταξιοδοτήθηκε στα τέλη του 1999. Ήταν 32 χρόνια γεμάτα που άφησαν τη σφραγίδα τους στην περιοχή.

«Εμείς λόγω περιοχής πουλούσαμε τα ακριβά τσιγάρα, τα Καρέλια και τον Παπαστράτο που είχαν διπλάσια τιμή από τα φτηνά»

Ακούγεται περίεργο αλλά ο Κουτάλας είχε σταθερή πελατεία. «Το 80% της κίνησης ήταν γνωστοί πελάτες. Είχα αναπτύξει προσωπική σχέση μαζί τους, ήξερα χωρίς να πουν τίποτα τι ήθελαν», διηγείται ο Κώστας Ανδριόπουλος. Για το λόγο αυτό ίσως και δεν θυμάται παρά μία μόνο περίπτωση κλοπής από την κουτάλα. Ήταν ένας μεθυσμένος οδηγός που παίρνοντας αυτό που ήθελε, παρέλειψε να πληρώσει».

Από τους σταθερούς πελάτες του Κουτάλα ήταν ο λαϊκός τραγουδιστής Μανώλης Αγγελόπουλος. «Σταματούσε με την κόκκινη ανοιχτή Μερσεντές και έκανε μεγάλους λογαριασμούς. Είχε όμως και μια ιδιοτροπία. Έκανε μονίμως παζάρια στην τιμή».

Η αρχή του τέλους ορίστηκε με την πρώτη συνάντηση του Κουτάλα με τον πρώην Δήμαρχο της Βουλιαγμένης, που ήταν αρκετά επεισοδιακή, όπως θυμάται. «Μου χαλάς την είσοδο της Βουλιαγμένης», φέρεται να είπε απότομα ο

Γρηγόρης Κασιδόκωστας χωρίς περιστροφές μια μέρα του 1990 στον Κώστα Ανδριόπουλο, ο οποίος δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην απαξιωτική αναφορά του Δημάρχου, γνωρίζοντας ότι ο ισχυρός άνδρας του διπλανού Δήμου δεν είχε καμία δικαιοδοσία έναντι της επιχείρησής του.

Κι όμως, είκοσι χρόνια μετά, μια από τις πρώτες ενέργειες του Γρηγόρη Κασιδόκωστα μόλις ανέλαβε τη δημαρχία του ενιαίου πια Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης ήταν να μετακινήσει το συγκεκριμένο περίπτερο. Όπως θυμάται ο Κώστας Ανδριόπουλος, ο Κασιδόκωστας ανέλαβε την πρωτοχρονιά του 2011 και την ίδια εβδομάδα τον κάλεσε στο γραφείο του. Πλην όμως εκείνος είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί. Το περίπτερο φυσικά μετακινήθηκε και πλέον λειτουργεί επί της οδού Ακτής στο Καβούρι, χρησιμοποιώντας τιμής ένεκεν ακόμη την κουτάλα.

Με πληροφορίες και φωτό από notia.gr και dimosiografos.com