fasting diet

 

Η fasting diet ή αλλιώς διαλειμματική ή περιοδική νηστεία (IF – Intermittent fasting ή ΙΕR-intermittent energy restriction) είναι ένα διατροφικό σχήμα που στηρίζεται στον περιορισμό της ενεργειακής πρόσληψης μέσω της εναλλαγής περιόδων μειωμένης πρόσληψης θερμίδων ή/και νηστείας και ημερών ελεύθερης σίτισης. Αποτελεί μια από τις πιο δημοφιλείς σύγχρονες τάσεις σε θέματα διατροφής.

 

Το σχήμα διαλείπουσας δίαιτας έχει υποτεθεί ότι επηρεάζει τη μεταβολική ρύθμιση επιδρώντας α) στον κιρκάδιο ρυθμό, β) στην εντερική μικροχλωρίδα, γ) στον τρόπο ζωής.
Τα κυριότερα σχήματα διαλείπουσας δίαιτας περιγράφονται στον ακόλουθο πίνακα:

 

pinakas sximata fasting diet 768x440

 

Υπερέχει η διαλειμματική νηστεία έναντι της κλασικής υποθερμιδικής δίαιτας ή είναι εξίσου αποτελεσματική;

 

• Απώλεια βάρους: Η πλειοψηφία των κλινικών μελετών δεν έδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές στην απώλεια βάρους μεταξύ της διαλείπουσας δίαιτας και της κλασικής υποθερμιδικής δίαιτας. Στους ανθρώπους έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο carry-over effect, κατά το οποίο αυτοί που ακολουθούν διαλείπουσα δίαιτα μειώνουν υποσυνείδητα τη θερμιδική τους πρόσληψη κατά τις ημέρες στις οποίες δεν προβλέπεται θερμιδικός περιορισμός.

 

• Διατήρηση απολεσθέντος βάρους: Η διατήρηση και η μη επαναπρόσληψη του χαμένου σωματικού βάρους αποτελεί εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα για την αποτελεσματικότητα ενός διαιτητικού σχήματος. Στις κλασικές υποθερμιδικές δίαιτες, η διατήρηση του απολεσθέντος βάρους ορίζεται ως η διατήρηση μιας απώλειας βάρους τουλάχιστον 10% του αρχικού σωματικού βάρους για διάστημα ≥12 μηνών. Οι διαλείπουσες δίαιτες έχουν δείξει ικανοποιητική διατήρηση της απώλειας βάρους σε μικρά χρονικά διαστήματα των 3–6 μηνών, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν επαρκή δεδομένα για πιο μακροχρόνια αποτελέσματα.

 

Οι παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τη διατήρηση της απώλειας βάρους στα σχήματα διαλείπουσας δίαιτας, επηρεάζοντας αρνητικά τη συμμόρφωση, είναι το αίσθημα πείνας των συμμετεχόντων, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη ενεργειακή πρόσληψη τις ημέρες ελεύθερης δίαιτας και σε δυσκολία στην εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων σε άτομα που υποβάλλονται σε διαλείπουσα δίαιτα ημέρα παρά ημέρα.

 

• Λιπώδης ιστός: Στόχος μιας δίαιτας είναι, επίσης, η μέγιστη απώλεια λίπους με όσο το δυνατόν μικρότερη απώλεια μυϊκού ιστού. Φαίνεται λοιπόν, ότι σε καταστάσεις σημαντικής μείωσης των θερμίδων κινητοποιείται ευκολότερα το ηπατικό και το σπλαγχνικό λίπος. Γενικά αυτά τα σχήματα προκαλούν μεγαλύτερη κινητοποίηση των ελευθέρων λιπαρών οξέων σε σχέση με τις συνεχείς υποθερμιδικές δίαιτες, άρα αναμένεται ίση ή μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην απώλεια λιπώδους ιστού. Θεωρητικά, φαίνεται πως η διαλειμματική νηστεία αυξάνει την ινσουλινοευαισθησία. Επίσης, έχει φανεί ότι αυξάνει και τα επίπεδα αυξητικής ορμόνης, η οποία προστατεύει τους μύες από τη διάσπαση πρωτεϊνών και ευθύνεται για την καύση του λίπους.

 

• Μυϊκός ιστός: Όσον αφορά τη μυϊκή μάζα, είναι γνωστό ότι οι κλασικές υποθερμιδικές δίαιτες ελαττώνουν τη μυϊκή μάζα σε ποσοστό 10–60% της συνολικής απώλειας βάρους. Το ποσοστό αυτό φαίνεται να είναι μικρότερο στις διαλείπουσες δίαιτες, ωστόσο αυτό δεν επαληθεύεται πάντα.

 

Μειονεκτήματα:

 

Η εφαρμογή της περιοδικής νηστείας ενέχει τον κίνδυνο ανεπαρκούς πρόσληψης θρεπτικών συστατικών, καθώς η συμπυκνωμένη πρόσληψη τροφής σε πολύ μικρό διάστημα μέσα στην ημέρα, μπορεί να δυσχεραίνει την κατανάλωση τροφίμων από όλες τις ομάδες στις απαραίτητες ποσότητες.

 

Σε άτομα φυσιολογικού βάρους, τα οποία δεν μπορούν να ελέγξουν την ποσότητα της καταναλισκόμενης τροφής (unrestrained eaters), και ειδικά με αυστηρά σχήματα μεγάλου θερμιδικού περιορισμού (π.χ.: 70%), έχουν αναφερθεί πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη διαλείπουσα δίαιτα, όπως αυξημένο αίσθημα πείνας, κακή διάθεση, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, εύκολη κόπωση, φόβος απώλειας του ελέγχου και υπερφαγία τις ημέρες ελεύθερης σίτισης που εκδηλώνεται συχνά ως επεισοδιακή υπερφαγία (binge eating disorder).

 

Επίσης, έχει διατυπωθεί η ανησυχία ότι οι αυστηρές και παρατεταμένες υποθερμιδικές δίαιτες (συνεχείς ή διαλείπουσες) μπορεί να διαταράξουν την έμμηνη ρύση και την αναπαραγωγική ικανότητα των νέων γυναικών. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχουν δεδομένα μακροχρόνιας εφαρμογής αυτών των διαιτών.

 

Συμπεράσματα:

 

Ο αριθμός των επιστημονικών μελετών που τεκμηριώνουν την ισοδύναμη ή την ανώτερη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των διαλειπουσών διαιτών έναντι των συνεχών υποθερμιδικών διαιτών σε βάθος χρόνου είναι ανεπαρκής και σίγουρα απαιτείται μεγαλύτερος αριθμός μελετών. Από τα λίγα επιστημονικά δεδομένα σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ασθενείς φαίνεται ότι υπάρχει ισοδύναμη αποτελεσματικότητα μεταξύ διαλείπουσας δίαιτας και κλασικής υποθερμιδικής δίαιτας ως προς την απώλεια βάρους για χρονικό διάστημα έως 6 μήνες, με ίσως μικρή υπεροχή ως προς τη μείωση του λιπώδους ιστού και τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, πάντα με ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλών υδατανθράκων και ένταξη σε πρόγραμμα γυμναστικής.

 

Στον πληθυσμό των ατόμων φυσιολογικού βάρους υπήρξαν επί πλέον αναφορές κακής ανοχής και συμμόρφωσης στις διαλείπουσες δίαιτες, ιδίως με τα σχήματα μεγάλου θερμιδικού περιορισμού. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία, δεν μπορεί να αποφανθεί κάποιος καταληκτικά για το αν οι διαλείπουσες δίαιτες αποτελούν μακροπρόθεσμα μια ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο απώλειας βάρους σε υπέρβαρους και παχύσαρκους ασθενείς.

 

Είναι πολύ σημαντικό σε κάθε περίπτωση να πραγματοποιείται εξατομίκευση και σωστή παρακολούθηση του ασθενούς από επιστημονικά καταξιωμένο διαιτολόγο.

 

Ευχαριστούμε τη  Διαιτολόγο - Διατροφολόγο Βάλια Γρηγορίου από το Nutricentervaliagrigoriou.gr

 

Βιβλιογραφία
• Eshghinia, S. et. al. (2013). "The effects of modified alternate-day fasting diet on weight loss and CAD risk factors in overweight and obese women." Journal of Diabetes & Metabolic Disorders.
• Patterson R ans Sears D. Metabolic effects of Intermittent Fasting. Annu. Rev. Nutr. 2017. 37:371–93
• Μπρίνια, Μ. και συν. (2018). "Επιδράσεις της διαλείπουσας δίαιτας στη μεταβολική, στην καρδιαγγειακή και στη γενικότερη υγεία." Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 35(1): 57-73.