Η ταινία The Sorrow and the Pity (Le Chagrin et la Pitié), σκηνοθετημένη από τον Μαρσέλ Οφίλς το 1969, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ στην ιστορία του κινηματογράφου και μια βαθιά αναθεώρηση της συλλογικής μνήμης της Γαλλίας για την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με διάρκεια περίπου τεσσάρων ωρών, η ταινία εστιάζει κυρίως στην πόλη του Κλερμόν-Φεράν και χρησιμοποιεί αυτή τη μικροκλίμακα για να φωτίσει τη γενικότερη γαλλική εμπειρία της Κατοχής (1940–1944).
Σε αντίθεση με την κυρίαρχη μεταπολεμική αφήγηση, η οποία παρουσίαζε τη Γαλλία ως έθνος ενωμένο γύρω από την Αντίσταση, ο Οφίλς αποδομεί αυτόν τον μύθο και αποκαλύπτει μια πολύ πιο σύνθετη και συχνά άβολη πραγματικότητα. Η ταινία βασίζεται σε εκτενή αρχειακά πλάνα, επίκαιρα της εποχής, αλλά κυρίως σε συνεντεύξεις με ένα ευρύ φάσμα προσώπων: πρώην μέλη της Αντίστασης, συνεργάτες του καθεστώτος του Βισύ, απλούς πολίτες, Γερμανούς αξιωματικούς, πολιτικούς και δημόσιες προσωπικότητες. Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες, αναδεικνύεται η ποικιλία στάσεων που υιοθέτησαν οι Γάλλοι: από την ηρωική αντίσταση έως τη συνεργασία, την παθητικότητα και την προσαρμογή για λόγους επιβίωσης.
Ο τίτλος της ταινίας συνοψίζει τον συναισθηματικό της πυρήνα. Η «θλίψη» αναφέρεται στον πόνο, την ήττα και την ταπείνωση της Κατοχής, ενώ η «οίκτος» (ή συμπόνια) υποδηλώνει την ανθρώπινη αδυναμία και την πολυπλοκότητα των επιλογών που αντιμετώπισαν οι άνθρωποι υπό ακραίες συνθήκες. Ο Οφίλς αποφεύγει τις εύκολες ηθικές καταδίκες· αντίθετα, αφήνει τις αντιφάσεις και τις σιωπές των συνεντευξιαζόμενων να μιλήσουν από μόνες τους. Πολλές φορές, η ειρωνεία προκύπτει από την ίδια τη σύγκρουση ανάμεσα στις προσωπικές αφηγήσεις και στα ιστορικά γεγονότα που παρουσιάζονται μέσω του αρχειακού υλικού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η παρουσία Γερμανών αξιωματικών που μιλούν με ψυχραιμία, ακόμη και νοσταλγία, για τα χρόνια της Κατοχής, γεγονός που προκαλεί έντονη αμηχανία στον θεατή. Παράλληλα, αρκετοί Γάλλοι εμφανίζονται να δικαιολογούν τη συνεργασία τους με το καθεστώς του Βισύ ως αναγκαίο κακό ή ως πράξη πατριωτισμού, αποκαλύπτοντας τη ρευστότητα της έννοιας της «εθνικής ευθύνης».
Η ταινία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Γαλλία. Αν και ολοκληρώθηκε το 1969, η προβολή της στη γαλλική τηλεόραση απαγορεύτηκε για περισσότερο από μία δεκαετία, καθώς θεωρήθηκε ότι υπονόμευε την εθνική ενότητα και τον μύθο της καθολικής Αντίστασης. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου, το The Sorrow and the Pity αναγνωρίστηκε ως ένα έργο-σταθμός που άνοιξε τον δρόμο για μια πιο ειλικρινή και ώριμη αντιμετώπιση του παρελθόντος.
Συνολικά, η ταινία του Οφίλς δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ, αλλά μια στοχαστική μελέτη πάνω στη μνήμη, την ευθύνη και την ανθρώπινη συμπεριφορά σε περιόδους κρίσης. Με τη νηφάλια, αλλά διεισδυτική ματιά της, καλεί τον θεατή να αναρωτηθεί όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και πώς θυμόμαστε – και γιατί.
