dave-grohl-foo-fighters34

 

Το προτελευταίο επεισόδιο της σειράς προβλήθηκε την προηγούμενη Παρασκευή στο HBO και όπως και όλα τα προηγούμενα ήταν γεμάτο από πληροφορίες, προσωπικές μαρτυρίες και μουσική ασφαλώς. Ο τόνος όλης της ώρας είναι κάπως μελαγχολικός εφόσον κατά κάποιον τρόπο «αιωρείται» η φιγούρα του Kurt Cobain στην ατμόσφαιρα και απλά περίμενουμε να δούμε πότε θα αρχίσει η αναφορά σε αυτόν και τι διάρκεια θα έχει. Στις μέρες μας το Seattle είναι περισσότερο γνωστό λόγω της σχέσης με εταιρίες-μεγαθήρια όπως η Boeing που ιδρύθηκε εκεί, η Amazon που ιδρύθηκε και έχει την έδρα της εκεί, ή η Microsoft που βρίσκεται μισή ώρα δρόμο πιο έξω. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όμως το Seattle γνώριζε μία άλλου είδους άνθηση ως το σημείο αναφοράς στην εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε grunge δηλαδή ενός είδους που προέκυψε από την επιρροή του punk και του heavymetal στο ροκ από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Εμπορικά η επιτυχία ξεκίνησε περίπου την ίδια περίοδο που ο Dave Grohl τα ζούσε όλα αυτά από κοντά, μιας και είχε μετακομίσει στο Seattle εκείνα τα χρόνια ως drummer των Nirvana. Το γκρουπ θεωρούσε ως «έδρα» του μία περιοχή περίπου τρεις ώρες πιο έξω από την πόλη, αλλά όλες οι δραστηριότητές τους λάμβαναν χώρα στην πόλη. Εκείνος είχε έρθει μόνον μία φορά πιο πριν εκεί, 3 μήνες πριν μετακομίσει και δεν ήξερε τίποτα για τις συνθήκες. Αρχικά μοιραζόταν ένα σπίτι μαζί με τον παραγωγό Barrett Jones.

 

Το επεισόδιο «ανοίγει» με τον Dave Grohl να βρίσκεται σε ένα στούντιο με τον Barrett Jones που έχει κρατήσει στο αρχείο του ηχογραφήσεις που έκανε ο Grohl επιστρέφοντας στο Seattle από μία περιοδεία των Nirvana το 1992. Ο Jones τον ρωτά αν θυμάται διάφορα τραγούδια και η απάντηση συνήθως είναι όχι, εκτός από ένα, το “Alone+Easy Target” για το οποίο λέει ότι όταν το άκουσε ο Curt Cobain έκανε μπάνιο αλλά παρόλα αυτά τον φίλησε στο μέτωπο! Ο Duff McKagan των Guns N’ Roses αναφέρει πόσο απομονωμένη θεωρούσε ο πολύς κόσμος την πόλη την εποχή που εκείνος μεγάλωνε. Η Megan Jasper, στέλεχος της εταιρίας SubPop που έχει τις ρίζες της στην περιοχή και την έχει σημαδέψει με τη μουσική της, λέει ότι το Seattle είναι μία μικρή πόλη με την νοοτροπία μεγάλης. Η Sub Pop θεωρείται σύμβολο για την πόλη. Ξεκίνησε σαν ένα «περιοδικό» από μερικούς φίλους, μετά έγινε στήλη σε ένα «κανονικό» περιοδικό, το “Rocket” που δεν υπάρχει πια, μετά δισκογραφική εταιρία/μαγαζί ζωντανών εμφανίσεων και σήμερα διαθέτει και μερικά μαγαζιά που πουλάνε προϊόντα από τα γκρουπ της εταιρίας μέχρι και στο αεροδρόμιο της πόλης! Το μουντό κλίμα λοιπόν με την ατελείωτη συννεφιά και το βροχερό καιρό 9 μήνες το χρόνο θεωρείται ως η βασική προϋπόθεση που καλλιεργεί την επιχειρηματικότητα μιας και δεν υπάρχουν και πολλά άλλα για να κάνει ένας άνθρωπος. Το ίδιο ισχύει και στη μουσική.Στις συνθήκες αναφέρονται ακόμα τόσο η NancyWilson των Heart, ο Chris Cornell των Sound garden και ο Robert Lang που μας συστήνεται λίγο πιο κάτω. Η Boeing τότε πρωταγωνιστούσε, την εποχή πριν την τεχνολογική έκρηξη όμως σημαντικό ρόλο έπαιζε η ξυλεία. Για μερικά δευτερόλεπτα ακούμε το “Negative Creep” των Nirvana (1989). Ο μπασίστας των Foo Fighters Nate Mendel γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Richland της Washington, περίπου 4 ώρες ανατολικά από το Seattle. Πριν από τους FooFighters ήταν μέλος των Sunny Day Real Estate, πριν από την έκρηξη του grunge. Ενώ μιλάει, αρχίζει η αναφορά στα γκρουπ που σημάδεψαν αυτό το είδος, όλα από την περιοχή. Ακούμε: “Man In The Box” Alice In Chains (1991), “Alive” Pearl Jam (1991), “Lithium” Nirvana (1992), και “Black Hole Sun” Soundgarden (1994).

 

Στη συνέχεια ακούμε τον Dave Grohl να λέει πως ο Curt Cobain όταν ήθελε να ηχογραφήσει ένα τραγούδι που δούλευαν ενώ ήταν σε περιοδεία στα πρώτα χρόνια των Nirvana, επέμενε να επισκεφτούν ένα «περίεργο» στούντιο που βρισκόταν λίγο πιο κάτω στον δρόμο που βρισκόταν το σπίτι που έμεναν τότε. Μίλαγε για το στούντιο του Robert Lang που φέρει το όνομά του. Τα Robert Lang Studios στεγάζονται εκεί που βρίσκεται και το σπίτι του ιδιοκτήτη του. Πρόκειται στην ουσία για ένα μεγάλο, πολυεπίπεδο, επιβλητικό χώρο που χωρίζει τα επί μέρους όργανα ενός γκρουπ ανά δωμάτιο και λόγω της συνεχούς ανησυχίας του ιδιοκτήτη του βρίσκεται υπό συνεχή επέκταση (προς τα κάτω βέβαια εφόσον μιλάμε για σπίτι!) για περισσότερο από 10 χρόνια! Συνεπώς, χρειάστηκαν εκτεταμένες ανασκαφές και τουλάχιστον 200 φορτηγά για να μεταφέρουν το χώμα όλα τα χρόνια! Ασφαλώς δεν ακολουθεί κανέναν από τους συμβατικούς κανόνες σχεδιασμού ενός «παραδοσιακού» στούντιο. Παρατηρώντας το χώρο προς τα κάτω από ψηλά φαίνεται σαν κάστρο, χωρίς παράλληλους τοίχους, με πατώματα σε διαφορετικά ύψη. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι είναι όλο κατασκευασμένο από πέτρα που σημαίνει ότι πέρα από το πολύ υψηλό κόστος, ηχητικά δεν «απορροφά» τίποτα από τον ήχο που παράγουν τα όργανα. Ήταν το τελευταίο στούντιο στο οποίο ηχογράφησαν οι Nirvana. Εκεί επίσης ηχογράφησε ο Dave Grohl το δικό του σετ τραγουδιών που οδήγησε σταδιακά στη δημιουργία των Foo Fighters. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι για αυτόν ο χώρος αντιπροσωπεύει καινούργια ξεκινήματα. Ο Benjamin (Ben) Gibbard, τραγουδιστής των Death Cab For Cutie, ενός ακόμα γκρουπ του εναλλακτικού ροκ από την περιοχή, που μάλλον είναι άγνωστο στην Ελλάδα, τα συνοψίζει όλα λέγοντας ότι χρειάζεται ένα πρωτοπόρο πνεύμα για να φτιαχτεί κάτι ανάλογο. Παράλληλα ακούμε το “Brothers On A Hotel Bed”, ένα από τα τραγούδια τους από το 2008. 

 

Επιστροφή στη μουσική πραγματικότητα του Seattle, και η Nancy Wilson απαντώντας σε ερώτηση του Grohl λέει ότι από «εκείνα» τα χρόνια υπήρχε αξιοπρεπής μουσική σκηνή. Ο Jimi Hendrix είχε έρθει για λίγο στην πόλη, αν και χρειάστηκε να πάει μετά στην Αγγλία για να πετύχει. Θυμάται ακόμα τους Kingsmen και την Merilee Rush με το γκρουπ της The Turnabouts. Το μεγάλο τους hit ήταν το “Angel Of The Morning” από το 1981, Top 10 στις Η.Π.Α τότε.Μεγάλο hit ήταν επίσης το θέμα της τηλεοπτικής σειράς Χαβάη 5-0 από τους Ventures το 1969. Αμέσωςμετά, ακούμε: “Louie, Louie” The Fabulous Wailers (1961), “Indian Reservation (The Lament Of The Cherokee Reservation Indian)” Paul Revere & The Raiders (1971) καιτο “The Witch” The Sonics (1965).

 

 

Αυτός ήταν ο λεγόμενος «βορειοδυτικός» ήχος (northwest sound), που ήταν grunge πριν από την εποχή του. Ο Larry Pary pa, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Sonics, λέει ότι γι’αυτόν ήταν απλά rock ’n’ roll. Βέβαια μας εξηγεί τι τεχνάσματα εφάρμοζε τότε για να αλλοιώνει τον ήχο της κιθάρας και να ακούγεται σαν να «ξύνει» κάτι, το χαρακτηριστικό αυτού του στυλ. Έχοντας αμφιβολία για τη μουσική τους ένα βράδυ σ’ένα club που έπαιζαν αρνήθηκε ευγενικά σ΄έναν κύριο να παίξει μαζί τους και όταν εκείνος έφυγε του είπαν ότι αυτός ήταν ο...Jimi Hendrix! Το άλλο ροκ γκρουπ της περιοχής βέβαια ήταν οι Heart. Παίζει ήδη το “Barracuda” (1977). Ευκαιρίας δοθείσης, μαθαίνουμε την ιστορία πίσω από τη δημιουργία του γκρουπ κατευθείαν από την πηγή όπως λέμε. Ακολουθούν το “Magic Man” (1976) και το “Crazy On You” (1976) ενώ η Nancy Wilson συνεχίζει την αφήγηση. Τριάντα πέντε χρόνια επιτυχιών τις οδήγησαν στο Rock ’N’ Roll Hall Of Fame. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και αφού οι Heart είχαν πλέον καταξιωθεί, άρχισε να φαίνεται στον ορίζοντα μία διαφορετική σκηνή στο Seattle, με γκρουπ από το punkrock που ασφαλώς δεν είχαν το «εκτόπισμα» των Heart, συνεπώς δεν είχαν φτάσει στο σημείο να κάνουν περιοδείες, αλλά να παίζουν σε τοπικό επίπεδο σε διάφορα clubs. Τo πιο γνωστό ονόμα ήταν οι The U-Men & The Blackouts. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι με εξαίρεση μερικά clubs όπως το Vogue, το Central Tavern και το Ditto Tavern δεν υπήρχαν μέρη για να δει κανείς ένα γκρουπ. Άρα πολλά ονόματα δεν πήγαιναν καθόλου στο Seattle τότε μιας και δεν υπήρχε η δυνατότητα της άμεσης ενημέρωσης ελλείψει τεχνολογίας, οπότε ήταν ρίσκο για ένα γκρουπ να πάει για μία παράσταση και μετά να μην έχει χρήματα για βενζίνη να γυρίσει πίσω αν δεν εμφανιστεί ικανός αριθμός κόσμου! Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία «τοπικών» συγκροτημάτων για να καλυφθεί αυτό το κενό. Ήταν λοιπόν μία σκηνή που την αποτελούσε ένα δίκτυο από χομπίστες. Άσχετα με την περαιτέρω εξέλιξή τους, σ’αυτήν την κατηγορία ανήκαν γκρουπ όπως οι Soundgarden (ακούγεται το “Screaming Life” 1987), οι Screaming Trees (“Dead Of Night”, 1986), ή οι Melvins (“Happy, Grey Or Black”, 1987).

 

Η επόμενη εικόνα είναι από την 1η Ιανουαρίου 1987, από το σπίτι του Krist Novoselic και βλέπουμε τους Nirvana να κάνουν πρόβα. Τότε δεν υπήρχε Dave Grohl ακόμα, το γκρουπ άλλαξε 5 drummers μέχρι να καταλήξουν σε αυτόν. Καταλαβαίνει κανείς τι θα ακολουθήσει. Ακόμα δεν είχαν καλά-καλά όνομα και μιας και ήταν ένα από τα τελευταία γκρουπ αυτής της φουρνιάς, κανείς δεν ήταν σίγουρος αν θα τα κατάφερναν. Το πρώτο τους show ήταν στο Sub Pop. Οι Blood Circus «άνοιξαν» και μια και κανείς δεν ήξερε τίποτα για τους Nirvana, το μισό κοινό έφυγε αμέσως μετά! Το δεύτερο show τους ήταν σε ένα ξενοδοχείο στο Seattle και σύμφωνα με τον παραγωγό (και έναν από τους ιδρυτές της Sub Pop) BrucePavitt που είχε αρχίσει να τους παρακολουθεί, ήταν η μέρα με τη νύχτα. Ο Dave Grohl έγινε μέλος τους μετά την κυκλοφορία του πρώτου LP “Bleach” στην SubPop. Για τα δεδομένα του punkrock όλα ήταν ασυνήθιστα. Η μουσική τους για παράδειγμα άρεσε στα κορίτσια! Για να κάνει λοιπόν το γκρουπ το άλμα και να ξεχωρίσει οι δύο ιδρυτές της SubPop είχαν την ιδέα να προσκαλέσουν έναν Άγγλο δημοσιογράφο να τους δει και να γράψει γι’ αυτούς βέβαιοι ότι αν πιάσουν το θέμα τα αμερικάνικα media με καθυστέρηση θα γίνει ντόρος και το κόλπο θα πιάσει. Και όντως έπιασε! Ακολουθούν διάφορες αναφορές του Dave Grohl που εξηγούν την πορεία του μέσα από τους Nirvana και τις ώρες που έγραφε τραγούδια μόνος του τα οποία ήταν η βάση για την περαιτέρω πορεία του. Αναφέρει πόσο τυχερός ήταν να συμμετάσχει σε ένα γκρουπ με δύο τόσο ταλαντούχους μουσικούς που το μόνο που έκανε όπως και ο Krist Novoselic ήταν να αφήνουν τον Curt Cobain να τα κάνει όλα και εκείνοι απλά εμφανίζονταν όταν έπρεπε να παίξουν. Ακούγεται το “Territorial Pissings” (από το “Nevermind”, 1992).

 

 

Η έκρηξη της όλης σκηνής οδήγησε σε μία φρενίτιδα, που έφτασε σε απανωτά εξώφυλλα περιοδικών, τα βραβεία του MTV, το ένα γκρουπ να διαδέχεται το άλλο στην κορυφή των charts, και ολόκληρη τη χώρα να ασχολείται ξαφνικά με το grungerock από το Seattle. Τότε ήταν που οι «ντόπιοι» τρομοκρατημένοι με όλα αυτά απομακρύνθηκαν. Για τους Nirvana το τέλος δεν άργησε πολύ με τον θάνατο του Curt Cobain. Αναμενόμενος δεν ήταν, αλλά οι άνθρωποι που τον γνώριζαν δεν ξαφνιάστηκαν πραγματικά. Ο Ben Gibbard, τραγουδιστής των Death Cab For Cutie, που είδαμε πιο πάνω, ήταν τότε 15-16 χρονών και ήταν τέτοια η επιρροή των Nirvana στη δική του ζωή που αν και δεν τους συνάντησε ποτέ εκείνα τα χρόνια, αισθανόταν σαν να έχασε ένα καλό του φίλο. Ακόμα βουρκώνει όταν μιλάει για εκείνη την ημέρα. Είναι ο μουσικός που συμμετέχει στο τραγούδι που παρουσιάζουν οι Foo Fighters στο τέλος του επεισοδίου. Λίγο πριν όμως, γίνεται μία αναφορά στην τωρινή «νέα» σκηνή του Seattle που δεν έχει σχέση με grunge ή με punkrock. Ένας γνωστός μουσικός αυτής της νέας σκηνής είναι ο rapper Macklemore. Το νέο τραγούδι που παρουσιάζεται έχει τον τίτλο “Subterranean”.

 

 

Η σειρά ολοκληρώνεται την επόμενη εβδομάδα με το επεισόδιο που γυρίστηκε στη Νέα Υόρκη. Τέλος, σκεφτήκαμε να συμπεριλαμβάνουμε τα links από τα άρθρα που έχουν δημοσιευτεί τις προηγούμενες εβδομάδες, έτσι ώστε να είναι εύκολο να τα διαβάσετε μαζί σαν μία ενότητα.

 

1.) Chicago, Illinois, 17/10/2014: 

2.) Washington, DC, 24/10/2014:

3.) Nashville, Tennessee, 31/10/2014:

4.) Austin, Texas, 7/11/2014:

5.) Los Angeles, California, 14/11/2014:

6.) New Orleans, Louisiana, 21/11/2014:

7.) Seattle, Washington, 28/11/2014

8.) New York, NY, 5/12/2014

 

Από τον Δημήτρη Μαγιάννη