foo-fighters436

 

Με αφορμή το νέο CD Sonic Highways, ξεκίνησε την προηγούμενη Παρασκευή 17 Οκτωβρίου στις Η.Π.Α., και πιο συγκεκριμένα στο HBO, μία σειρά ντοκυμαντέρ που επιμελήθηκε και σκηνοθέτησε ο Dave Grohl με τον ίδιο τίτλο, που περιφέρεται σε μερικές από τις μεγαλουπόλεις της Αμερικής και παρουσιάζει την ιστορική εξέλιξη της μουσικής σε αυτές τις πόλεις και πως επηρέασε αυτή η εξέλιξη τους μουσικούς που ζούσαν εκεί. Έτσι γίνεται μία προσπάθεια ιστορικής καταγραφής της εξέλιξης της μουσικής γενικότερα στις Η.Π.Α.

 

Το πρώτο επεισόδιο ανοίγει στο Chicago, ακριβώς 20 χρόνια μετά την πρώτη προσπάθεια του Dave Grohl να ηχογραφήσει ένα σετ τραγουδιών μόνος του σε ένα στούντιο στο Seattle. Εκείνο το σετ τραγουδιών στην πορεία εξελίχθηκε στους Foo Fighters. Αν και η επιτυχία τού γκρουπ το οδήγησε σχεδόν σε όλο τον πλανήτη, πάντα περνούσε σκόρπιες μέρες εδώ και εκεί χωρίς να δίνεται η δυνατότητα σε κανέναν τους να σχηματίσει άποψη για το τι ακριβώς συνέβαινε στη μουσική σκηνή κάθε περιοχής που επισκέπτονταν, ποιες ήταν οι επιρροές και οι καταλύτες που οδήγησαν τους μουσικούς να γράψουν και να παράγουν με τον τρόπο που έγινε τελικά. Αυτά τα ντοκυμαντέρ λοιπόν είναι η ευκαιρία για μία πιο λεπτομερή καταγραφή. Παράλληλα, με την ευκαιρία της 20ης επετείου, δίνεται η δυνατότητα για μία «αναγέννηση» της δημιουργικής διαδικασίας που οδηγεί κάθε φορά το γκρουπ σε καινούργιο υλικό.Θα δούμε λοιπόν συζητήσεις με καλλιτέχνες, παραγωγούς και ιδιοκτήτες στούντιο σε όλη τη χώρα και θα μάθουμε τι είναι αυτό που τους εμπνέει, διότι σε τελική ανάλυση η μουσική πηγάζει από κάπου.

 

Ακούγοντας το “Superfly” του Curtis Mayfield «ανοίγουν» οι πρώτες εικόνες από το Chicago, ενώ βλέπουμε διάφορους πρωταγωνιστές από ολόκληρη τη σειρά των ντοκυμαντέρ όπως ο JoeWalsh των Eagles, η Bonnie Rait, ο παραγωγός Bruce Pavitt ή ο κιθαρίστα Rick Nielsen των Cheap Trick να ορίζουν πως αντιλαμβάνεται ο καθένας τους την πόλη. Το κοινό σημείο ασφαλώς είναι τα blues. Παράλληλα ακούμε ορισμένα χαρακτηριστικά κομμάτια που έχουν άμεση σχέση με την πόλη, όπως “Surrender” των Cheap Trick από το 1978, “AtLast” της Etta James (1961), “RatPatrolNaked Raygun (1988), “Mr. RobotoSTYX (1983), “25 Or 6 To 4” Chicago (1986), “IMightWilco (2011), “Sing, Sing, SingGene Krupa Band (1937), “MonsterKanye West (2010), και βέβαια “Mannish Boy” του Muddy Waters (1955). Αυτός ήταν κυρίως ο άνθρωπος που έβαλε αυτό το είδος της μουσικής από το Chicago στο χάρτη, μετά τον ακολούθησαν και οι υπόλοιποι με τον ερχομό τους στην πόλη, ονόματα όπως ο Chester Burnett (γνωστός ως HowlinWolf), ο Chuck Berry, ο Junior Wells, ο Sam Cooke, ο Jackie Wilson, ή ο John Lee Hooker.

 

Κάπου εδώ μας συστήνεται ένας άλλος μεγάλος των blues, ο Buddy Guy. Αναφέρει ότι πήγε στο Chicago από τη Νέα Ορλεάνη στις 25 Σεπτεμβρίου του 1957. Η οικογένειά του δεν είχε καμμία σχέση με τη μουσική και ο ίδιος δεν ήξερε καν τι ήταν το ραδιόφωνο μέχρι την ηλικία των 16 ή των 17! Εκείνα τα χρόνια χωρίς καθόλου χρήματα δεν ήταν δυνατόν να αγοράσει κιθάρα, οπότε έπαιρνε ένα μικρό σχοινάκι, το πέρναγε μέσα από ένα κουμπί και το τέντωνε μέχρι να ακούσει κάποιο ήχο στο αυτί του! Παράλληλα ακούμε το “Mary Had Little Lamb” από το 1967. Η Bonnie Raitt και ο Jimmie Vaughan λένε χαρακτηριστικά ότι ο τρόπος που παίζει κιθάρα είναι τόσο ιδιαίτερος που γίνεται σχεδόν μοναδικός. Παίζοντας για χρόνια με την Bonnie Raitt έγινε περισσότερο γνωστός. Ο Marshall Chess, γιος του ενός από τα δύο αδέρφια/ιδρυτές της περίφημης Chess Records εξηγεί τις πληθυσμιακές ιδιαιτερότητες της πόλης μέσα από τη συνεχή μετανάστευση στις αρχές του 20ου αιώνα και κατόπιν τις επιρροές που αυτές είχαν στη μουσική. Ο πατέρας του ήταν μετανάστης από την Πολωνία και το 1947 βρήκε δουλειά σε μία δισκογραφική εταιρία με το όνομα Aristocrat. Εκεί, ένα από τα ονόματα ήταν ο Muddy Waters. Το 1950 εξαγόρασε τους συνεταίρους του και μαζί με τον αδερφό του ξεκίνησαν την περίφημη Chess Records. Αναφέρει ότι ο Muddy Waters με τον πατέρα του ήταν καλοί φίλοι. Ο David Fricke, senioreditor του Rolling Stone, κάνει έναν σημαδιακό ξεχωρισμό σχετικά με τον Muddy Waters. Αναφέρει ότι οι ιστορικές ηχογραφήσεις τού 1941-42 για την Βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Κογκρέσσου (The Library Of Congress) μέσα σε φυτείες βαμβακιού, και πιο συγκεκριμένα στη φυτεία Stovall (StovallPlantation, ο τίτλος ήταν: “The Complete Plantation Recordings”) δεν είχαν καμμία σχέση με τη μουσική που δημιούργησε αφού εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Chicago. Τέτοια ήταν η επιρροή της πόλης επάνω του (ενώ λέγονται αυτά ακούγεται το “Got My Mojo Workin’” από το 1966 για να τονισθεί αυτή η διαφορά). Ο Buddy Guy τον συνάντησε μία φορά τυχαία στο δρόμο και όταν τον ρώτησε ο Muddy αν μπορεί να παίξει τού απάντησε πως μπορεί εάν του αγοράσει ένα hamburger! Έτσι έγινε η γνωριμία τους. Από εκεί τον πήρε από το χέρι σαν μικρό παιδί στο 708 Club και όλα τα άλλα ακολούθησαν. Παρέμεινε ο καλύτερος φίλος του μέχρι το θάνατό του. Λίγο αργότερα θα περάσουν αποσπάσματα από μερικά ιστορικά τραγούδια της Chess Records, όπως το “You Never Can Tell” του Chuck Berry το 1964, το “SomethingGot Hold On Me” της Etta James από το 1962, ή ακόμα πιο πίσω το “Smoke stack Lighting” του HowlinWolf από το 1956.

 


 

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Steve Albini, παιδί του punkrock, και ιδιοκτήτη του στούντιο Electrical Audio. Ένας από τους κορυφαίους τεχνικούς/παραγωγούς μουσικής στις Η.Π.Α. Στον χώρο είναι γνωστός για την κυνικότητα και την ευθύτητά του που τον κάνουν αντιπαθή σε πολύ κόσμο.  Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για έναν τρομερό παραγωγό και πολύ ηθικό άνθρωπο που σε πλήρη αντίθεση με τις πρακτικές των περισσότερων συναδέρφων του χρεώνει τα γκρουπ και τους μουσικούς μόνο για το χρόνο που περνούν στο στούντιό του και δεν έχει πάρει ποτέ ούτε ένα δολλάριο για δικαιώματα από τις πωλήσεις των άλμπουμ όπως κάνουν όλοι!! Σκεφτείτε το αυτό όταν δείτε σε μερικές γραμμές μερικά από τα albums που έχει ηχογραφήσει. Τον βλέπουμε σε στιγμιότυπα πριν από 30 χρόνια και σε ένα από αυτά λέει ότι η μουσική που «φτιάχνουν» προορίζεται για ειδικό, περιορισμένο κοινό, έτσι «άλλοι» δεν θα έπρεπε να τη δοκιμάσουν! Βλέπουμε CD και ακούμε αποσπάσματα από τραγούδια που έχουν βγει από αυτό το στούντιο: “Where Is My Mind” (Pixies, 1988), “Start Wearing Purple” (Gogol Bordello, ένα punk γκρουπ από το Manhattan της Νέας Υόρκης) “Hellbound” (The Breeders, 1990), “Rid Of Me” (P.J. Harvey, 1993), “Goat” (The Jesus Lizard, 1991), “Swallowed” (Bush, 1996), “Heart-Shaped Box” (Nirvana, 1993).

 

Εδώ ο Dave Grohl αναφέρει ότι ήταν πραγματικό δώρο ζωής γι’ αυτόν να έχει ηχογραφήσει στην αρχή της καριέρας του με τον Steve Albini διότι αυτό του έδωσε την ευκαιρία να ακούσει πως βγαίνουν οι ήχοι του Albini πάνω στα δικά του drums και αυτό ήταν τεράστιο σε εκείνη τη φάση της εξέλιξής του. Μετά την ξενάγηση από τον ίδιο τον δημιουργό του, ακούμε τον παραγωγό των Foo Fighters Butch Vig να λέει πως μπορεί να κακομάθει ένα γκρουπ δουλεύοντας σε ένα τόσο ωραίο και παραγωγικό στούντιο που υπάρχει πολύς διαθέσιμος χώρος για τα όργανα, τον εξοπλισμό και τους μουσικούς. Λίγο αργότερα θα δούμε με μεγάλη λεπτομέρεια σχεδόν ολόκληρη την ιστορία του Steve Albini από τα πρώτα χρόνια όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο Chicago από την πολιτεία της Montana. Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία, αλλά ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα. Είχε επίσης και κάποια σχέση με τους Nirvana, όταν προσπαθώντας να τους βοηθήσει στην ηχογράφηση του “In Utero” το 1993 και γνωρίζοντας τα ζητήματα του Curt Kobain με τα ναρκωτικά είχε την ιδέα να ηχογραφήσουν κάπου απομονωμένα, έτσι κατέληξαν σε μία έπαυλη στη Μινεσσότα περιστοιχισμένοι από βουνά χιονού μέσα στο καταχείμωνο!

 

Ο drummer Taylor Hawkins μάς λέει ότι λατρεύει το Chicago μιας και εκεί έπαιξε για πρώτη φορά επαγγελματικά, αλλά δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου τα blues. Εκείνος όταν σκέφτεται Chicago, σκέφτεται Cheap Trick. Ακούμε “I Want You To Want Me” (1979), και“Surrender” (1978). Ο Grohl αναφέρει πως μπορεί να διακρίνει κάποιος τις επιρροές των blues στην κιθάρα του Rick Nielsen, διάσημου κιθαρίστα των Cheap Trick αλλά παράλληλα βλέπει και την εξέλιξη που έχει το παίξιμό του σε σχέση με το punkrock. Ο Rick Nielsen, κιθαρίστας των Cheap Trick, μάς λέει ότι το πρώτο του συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρία ήρθε όταν ήταν 16 χρονών! Στα πρώτα του βήματα ήταν μέλος ενός γκρουπ με το όνομα Gream Rippers, αλλά η δισκογραφική τους εταιρία της εποχής τούς άλλαξε το όνομα σε Fuse. Αργότερα έπαιξε με ονόματα όπως ο Bo Diddley, ο Del Shannon, Freddy Cannon, οι Shirelles και ο Chuck Berry. Λόγω της εμπειρίας τόσων χρόνων, ο Dave Grohl τον χαρακτηρίζει σαν έναν rocknroll κιθαρίστα με βάση τα blues. Ένα από τα πιο εύθυμα χαρακτηριστικά του είναι ότι συνήθως σε εμφανίσεις ή videoclips κάποια στιγμή πετάει στον αέρα (ή στο κοινό!) το μικρό τσιπάκι που χρησιμοποιεί για να παίζει κιθάρα! Όπως αναφέραμε λίγο πιο πάνω, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τους τραγούδια ήταν το “Surrender”, 1978.

 


 

Ο Jeff Pezzati, τραγουδιστής των Naked Raygun μάς αναφέρει την εχθρότητα σχεδόν που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους punkrockers και τους οπαδούς του heavymetal εκείνη την εποχή όταν το punkrock άρχισε να αποκτά βάσεις, λόγω της απειλής που αισθάνονταν οι δεύτεροι. Λόγω της παντελούς έλλειψης punkrock από μία πόλη σαν το Chicago, ο Albini έδινε τότε κασέτες με τραγούδια του όπου μπορούσε και προσπαθούσε να συστηθεί. Μοιραία, «έπεσε» πάνω στους Naked Raygun. Εκείνοι με την σειρά τους τον θεωρούσαν σαν εκείνο το ενοχλητικό παιδάκι που τριγυρίζει στα σόου τους, αλλά το θεωρούσαν εντελώς φυσιολογικό να κυκλοφορούν γυμνοί στη σκηνή και να συμπεριφέρονται σαν φρικιά, όπως δηλαδή ήταν και στην πραγματικότητα, άρα ταίριαξαν πλήρως μαζί του! Ακούγεται για λίγο το “SoldierRequiem” που δίνει και το ύφος της μουσικής τους. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 όποιος έπαιζε punkrock δεν το έκανε για να γίνει διάσημος ή για να τραβήξει την προσοχή των κοριτσιών, το έκανε για να ικανοποιήσει κάποια εσωτερική ανάγκη να παίξει διαφορετική από τα ακούσματα της εποχής μουσική.

 

Το επεισόδιο κλείνει με την ηχογράφηση του πρώτου από τα τραγούδια του Sonic Highways στο στούντιο του Steve Albini. Στα περισσότερα επεισόδια συμμετέχει και ένας καλεσμένος, εδώ ο Rick Nielsen των Cheap Trick (ασφαλώς ξαναπετάει το τσιπάκι)! Ο τίτλος είναι “Something From Nothing” και όπως όλοι οι καλεσμένοι του πρώτου επεισοδίου έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους: όλοι τους έφτιαξαν κάτι από το τίποτα όπως και ο τίτλος του τραγουδιού. Το videoclip είναι ακριβώς όπως εμφανίζονται όλα στο τέλος κάθε επεισοδίου με τους στίχους τού κάθε κομματιού στην εικόνα. Στο δεύτερο επεισόδιο την ερχόμενη Παρασκευή σειρά έχει η πρωτεύουσα Ουάσινγτον. Ο Dave Grohl μεγάλωσε και έζησε στην περιοχή της Virginia και εκεί βρίσκεται ακόμα το πατρικό του σπίτι, συνεπώς όταν ρωτάται από που είναι, λέει από την Washington

 

 

Από τον Δημήτρη Μαγιάννη