nasv

 

Από τον Δημήτρη Μαγιάννη

 

Το τρίτο επεισόδιο της πορείας σε μερικές από τις πιο ιστορικές, μουσικά τουλάχιστον, μεγαλουπόλεις των Η.Π.Α. συνεχίστηκε την προηγούμενη Παρασκευή με την πρωτεύουσα της μουσικής country, το Nashville του Tennessee. Αυτό ήταν με διαφορά το πιο «πυκνό» επεισόδιο από άποψη ιστορικής καταγραφής και πληροφοριών. Η λέξη κλειδί του επεισοδίου ήταν: congregation, δηλαδή το εκκλησίασμα, σε απλά ελληνικά οι πιστοί που πηγαίνουν στην εκκλησία. Η ώρα ξεκινά με εικόνες από την περιοχή κοντά στο κέντρο του Nashville, και βλέπουμε τον DaveGrohl να ετοιμάζεται να παίξει ζωντανά μόνος του μέσα σε ένα σχετικά μικρό ρεστοράν, το Bluebird Café. Οι θαμώνες αντιλαμβάνονται τι πάει να γίνει και τα χειροκροτήματα αρχίζουν, ενώ οι οθόνες των κινητών ξαφνικά «φωτίζονται». Ο Grohl λέει πως έμαθε ότι στην πόλη υπάρχουν συγκεκριμένοι κώδικες που πρέπει να ακολουθούνται όταν κάποιος πετυχαίνει και φτάνει στην επιτυχία (rites of passage) και ένας από αυτούς είναι η εμφάνιση σε αυτό το μαγαζί. Αργότερα θα μάθουμε ότι αυτό το μέρος αποτελεί το ύψιστο τεστ, μιας και οι μουσικοί κάθονται σε μία καρέκλα με τον κόσμο κυκλικά γύρω τους, πάνω από το μικρόφωνο κατά κάποιο τρόπο. Από εκεί πέρασαν κατά καιρούς μεγάλα ονόματα όπως ο Kenny Chesney, ο Keith Urban, ο Garth Brooks, η Kathy Mattea και τελευταία η Taylor Swift.

 

Με μουσική υπόκρουση το Nashville Bum του Waylon Jennings από το 1966, αμέσως μετά βλέπουμε, ανάμεσα σε εικόνες διαφόρων club της πόλης, την Dolly Parton, τον Steve Earl και τον Tony Brown να τονίζουν ότι στο Nashville τον μεγαλύτερο ρόλο παίζουν τα ίδια τα τραγούδια. Η Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες εστιάζουν την προσοχή τους στο εμπορικό κομμάτι, αυτό που αποκαλείται recordbusiness, το Nashville όμως κοιτά κυρίως τη μουσική. Ακούγεται πολύ ωραίο, αλλά στην πορεία βλέπουμε ότι πρέπει να κοιτάξει κανείς λίγο βαθύτερα για να να δει ολόκληρη την εικόνα. Παράλληλα βλέπουμε εξώφυλλα δίσκων όπως το King Of The Road (Roger Miller), τοMe & Bobby Mc Gee (Kris Kristofferson) καιτοYour Cheatin’ Heart (Hank Williams & His Drifting Cowboys). Ο DanAuerbach των BlackKeys χαρακτηρίζει την εξέλιξη της πόλης σαν ένα είδος Hollywood του Νότου για τους ανθρώπους της μουσικής. Ο Grohl ομολογεί ότι αντιλαμβανόταν την πόλη πριν την επισκεφτεί σαν μία μικρή βιομηχανία παραγωγής δίσκων και επιτυχιών.

 

Στη συνέχεια η Dolly Parton μάς ξεναγεί σε ένα από τα μνημεία της μουσικής country, το Grand Ole Opry. Πρόκειται για ένα κτίριο που χτίστηκε ως εκκλησία και στην αρχή ήταν τόπος λατρείας των Μορμόνων. Στο πέρασμα του χρόνου διαμορφώθηκε ανάλογα για να φιλοξενεί συναυλίες και παραστάσεις, αλλά η ουσία παραμένει και σήμερα αναλοίωτη. Το Ryman Auditorium αποκαλείται «Μητέρα Εκκλησία». Σ’ αυτόν τον χώρο δημιουργήθηκε το Grand Ole Opry Time που μεταδίδεται ζωντανά στο ραδιόφωνο από τις 28 Νοεμβρίου του 1925 μέχρι σήμερα! Εκεί πρωτοεμφανίστηκε η DollyParton το 1966, όπως επίσης ο JohnnyCash, η Loretta Lynn και ο Porter Wagoner μεταξύ άλλων. Επιστρέφοντας στο θέμα της προσοχής στα τραγούδια, ακούμε ορισμένες επιτυχίες που είναι φανερό ότι ξεχώρισαν λόγω αυτών που περιέγραφαν. «It’s all about the story» όπως επαναλαμβάνεται συνεχώς. Ακούμε το Folsom Prison Blues του Johnny Cash, το Gambler του Kenny Rogers, το Need You Now των Lady Antebellum, το King Of The Road του Roger Miller, το Stand By Your Man της Tammy Wynette, το Working 9 To 5 της Dolly Parton και το Trouble της Taylor Swift.

 

Σ’ αυτό το σημείο γνωρίζουμε τον ZacBrown, έναν σχετικά νέο μουσικό της country με μεγάλη επιτυχία που έχει λίγο διαφορετική θεώρηση της μουσικής και αντιμετωπίζεται κάπως σαν «ξένος» από την πόλη. Η τεράστια επιτυχία του τα τελευταία 7 χρόνια τού επέτρεψε να αγοράσει ένα από τα ιστορικότερα στούντιο της πόλης, το SouthernGroundStudios για το οποίο θα μιλήσουμε σε λίγο. Ο Brown προσπάθησε να γνωρίσει ο ίδιος τον DaveGrohl εκτιμώντας τον ως ντράμερ πρώτα. OGrohl από την άλλη το μόνο που ήξερε για τον οικοδεσπότη του ήταν αυτό που είχε διαβάσει στο RollingStone, δηλαδή ότι ο Zac Brown μοίραζε μπάρμεκιου πριν τις συναυλίες του στον κόσμο! Έτσι όταν πήρε το αεροπλάνο για να πάει στο Nashville το Δεκέμβριο του 2013, λέει στον έκλπηκτο Brown ότι θα τον βοηθήσει στην παραγωγή αλλά δεν έχει ακούσει ποτέ τη μουσική του! Μέσα στις επόμενες 6 ημέρες όμως αυτό αλλάζει βλέποντας ότι και οι δύο είναι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό και ο Zac Brown μπορεί να παίξει με χαρακτηριστική άνεση rock όσο και country. Προφανώς, σε αυτό το ιστορικό στούντιο θα ηχογραφηθεί το τρίτο single της σειράς.

 

Το Southern Ground Studios πρωτοχτίστηκε με το όνομα Cumber land Pres by terian Church και μετά έγινε το κτίριο της εταιρίας Monument Records. Ο Neil Young λατρεύει αυτό το στούντιο. Ο Zac Brown αγόρασε μαζί με το κτίριο και όλα τα αρχεία που έχουν φυλαχθεί με θρησκευτική ευλάβεια από την πρώτη μέρα λειτουργίας του! Αυτό το κάνει να κάτι σαν μουσείο. Βλέπουμε τυχαία να βγαίνει η κάρτα ηχογραφήσεων από μία μέρα του 1969 και τότε βρέθηκε σε αυτόν τον χώρο ο Jerry Lee Lewis, μία άλλη μέρα του 1972 το όνομα στην κάρτα έλεγε Kris Kristofferson και πάει λέγοντας. Από το 1968-80 ιδιοκτήτης του στούντιο ήταν ο Fred Foster που ανακάλυψε τον Roy Orbison και αποτέλεσε μαζί με τους Owen Bradley, Chet Atkins και Billy Sherrill μία «ιερή» τετράδα παραγωγών της country, μιας και σ’ αυτό το είδος οι παραγωγοί έχουν πολύ μικρότερο ρόλο από ότι στην pop μουσική. Ο Willie Nelson μάς λέει ότι ο Fred Foster, 83 ετών πια, έκανε τα τραγούδια του Roy Price, ενώ η Dolly Parton αναφέρει ότι η τελευταία του ανακάλυψη ήταν οι Dixie Chicks!

 

Σιγά-σιγά αρχίζουν και οι δοκιμές για το νέο τραγούδι. Ο παραγωγός Butch Vig των Foo Fighters αναφέρει πως άλλαξε κάπως ο αρχικός σχεδιασμός με τη λογική να επιτρέψουν στο τραγούδι να «αναπνεύσει» μιας και τα πρώτα δείγματα σε αυτό το στούντιο δεν άφηναν ικανοπιημένο το γκρουπ. Με αφορμή αυτές τις αλλαγές ο Tony Brown μάς εξηγεί τη σχέση του με αυτή τη μουσική, τη δική του ιστορία και τις ρίζες του. Η εκκλησιαστική μουσική, το λεγόμενο gospel, έπαιζε πάντα, ακόμα και σήμερα, τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη της country. Δεν είναι μόνον ότι η εκκλησία ήταν και παραμένει ακόμα τόπος προσευχής και κατάνυξης, αλλά και το γεγονός ότι η μουσική της πάντα προσέφερε ένα είδος διασκέδασης, ένα είδος διεξόδου από τους περιορισμούς της ζωής και της καθημερινότητας τις παλαιότερες εποχές και ένα είδος ανακούφισης στις μέρες μας. Συνεχίζοντας, ο TonyBrown για το παρελθόν του, αναφέρει τη δική του σχέση με το gospel και μάς υπενθυμίζει ότι και ο Elvis του οποίου υπήρξε πιανίστας για κάποια εποχή είχε πολύ έντονη σχέση με το gospel, μιας και ήταν ιδιαίτερα θρήσκος σαν άνθρωπος. Η Emmy lou Harris, μία άλλη τεράστια τραγουδίστρια του είδους, μάς ομολογεί πως «έκλεψε» τον Tony Brown από τον Elvis (αφού του ζήτησε να περάσει από δοκιμή πρώτα!) και πως ο John Denver στη συνέχεια τον «έκλεψε» από εκείνη! Τελειώνοντας την αφήγησή του ο Tony Brown, χαρακτηρίζει την Emmy lou Harris ένα μείγμα ανάμεσα σε Janis Joplin και σε Dolly Parton με μία φωνή μαλακή, σχεδόν βελούδινη, σαν...βούτυρο!

 

Ενώ το επεισόδιο προχωρά προς το τέλος του γνωρίζουμε έναν ακόμα σπουδαίο μουσικό, με μικρότερη όμως εμπορική επιτυχία από τα ιερά τέρατα, το Tony Joe White. Μας τον συστήνουν οι Emmy lou Harris και Dolly Parton. Με καταγωγή από το Texas, μας διηγείται την δική του πορεία που τον έφερε στο Nashville αντί του Memphis όπως είχε αρχικά στο μυαλό του. Ακούμε παράλληλα την μεγάλη επιτυχία του Polk Salad Annie, βασισμένο σε μία πολύ γνωστή σαλάτα του Νότου, την pokesalad, δηλαδή σαλάτα με διάφορα βρασμένα φυτά που σερβίρεται με ψωμί από καλαμπόκι. Το συγκεκριμένο τραγούδι είχε γίνει μεγάλη επιτυχία το 1968, το είχε επίσης διασκευάσει και ο Elvis, ενώ πριν μερικές μέρες το είχαν παίξει οι Foo Fighters μαζί με τον Tony Joe White στο Late Show του David Letterman στο CBS.

 

 

Ο Tony Joe White μάς εξηγεί επίσης τη δύναμη και την επιρροή του Jukebox στην country μουσική μιας και παλαιότερα οι νέοι δεν αγόραζαν δίσκους αλλά singles και οι μουσικοί έπρεπε να βγάζουν συνεχώς μεμονομένα τραγούδια για να έχουν χρήματα και να ζήσουν. Το επεισόδιο κλείνει με τον Dan Auerbach των Black Keys να αναφέρει ορισμένους άγραφους νόμους της πόλης, όπως για παράδειγμα ότι δεν γίνονται αρεστοί οι τραγουδιστές που γράφουν οι ίδιοι τα τραγούδια τους μιας και από εμπορικής άποψης οι εταιρείες προσπαθούν να βάλλουν μαζί ότι καλύτερο υπάρχει από άποψη σύνθεσης και στίχων και μετά να «τοποθετήσουν» και την κατάλληλη φωνή για να έχει επιτυχία το τελικό προϊόν. Εδώ «κολλάει» το σχόλιο στην αρχή για την πλήρη εικόνα του Nashville. Αυτό το θέμα προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στο παρελθόν στον Johnny Cash και στον Willie Nelson ο οποίος είχε μικρή επιτυχία στο Nashville και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στο Texas όπου άλλαξε την εμφάνισή του, «βρήκε» τον πραγματικό του εαυτό και κατόπιν γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπισε και ο Zac Brown. Στις μέρες μας υπάρχουν γπρουπ συνθετών και στιχουργών που πηγαίνουν στην δουλειά σαν να πρόκειται για γραφείο κάθε μέρα με αποκλειστικό ρόλο να γράφουν τραγούδια. Το Nashville θυμίζει πια τρόπον τινά τη γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων του Detroit τις δεκαετίες του ’60 και ’70, αλλά το αποτέλεσμα είναι όπως λέει ο Tony Joe White είναι να ανοίγει κανείς το ραδιόφωνο και να μην ξεχωρίζει το ένα τραγούδι από το άλλο!

 

Εδώ κάπου τελειώνει η πορεία στο Nashville του Tennessee με το νέο τραγούδι των Foo Fighters που έχει τον κατάλληλο τίτλο για αυτήν την πόλη Congregation.

 

 

Η πορεία συνεχίζεται την επόμενη εβδομάδα ακόμα πιο νότια, στον βαθύ Νότο πια, φτάνοντας στα μισά αυτής της διαδρομής, στην πρωτεύουσα του Texas, το Austin, σίγουρα την πιο μουσική πόλη αυτής της μεγάλης πολιτείας...