Δύο υποτιμημένοι Post-Punk δίσκοι

Δύο υποτιμημένοι Post-Punk δίσκοι

Από τον Κων/νο Χρυσόγελο

Από το 1978 κι εξής η μουσική βιομηχανία κουραζόταν να μετράει τον έναν καταπληκτικό post-punk δίσκο μετά τον άλλο. Μπάντες όπως Talking Heads, Devo, The Cars, Joy Division, Wire και τόσες άλλες ήταν στη μεγάλης τους άνθηση, χώρια τα πολυάριθμα punk συγκροτήματα με τα EP και τα 45άρια τους.

Μέσα σε αυτό το μουσικό όργιο ξεπετάχτηκαν και δύο σπουδαίες μπάντες, οι πιο-ενεργητικοί-πεθαίνεις XTC και οι Siouxsie and the Banshees, οι πρώτοι πιο κοντά στο post-punk, οι δεύτεροι στο λεπτό σύνορο που χωρίζει το punk από το post-punk, αλλά και με proto-gothic ανησυχίες.

Οι αντίστοιχοι πρώτοι δίσκοι τους είχαν γίνει δεκτοί με θετικά σχόλια. Πιο συγκεκριμένα, οι XTC είχαν κυκλοφορήσει τον ύμνο των new wave νιάτων με το “White music” (1978), ενώ οι Banshees το “The scream” (1978), μαζί με κάποια πολύ αξιόλογα singles, προεξάρχοντος του “Hong Kong garden”.

Οι XTC επιδείκνυαν ταυτόχρονα τάσεις ανανέωσης και νοσταλγίας. Τα πλήκτρα τους σε αυτή τη φάση αντηχούσαν το rock n’ roll των 60s, ενώ η ταχύτητα και η ενέργειά τους έδειχναν τον δρόμο της πρωτοπορίας. Από την άλλη, οι Banshees βουτούσαν στα βαθιά νερά της διαστροφής και της έλλειψης, με τραγούδια για την αποξένωση, τη θλίψη, αλλά και τη νεκροφιλία.

 

Οι δύο μπάντες άφηναν ελπίδες για λαμπρό μέλλον και οι προσδοκίες αυτές επιβεβαιώθηκαν μέσα στη δεκαετία του ’80. Ωστόσο, κάπου στο ενδιάμεσο υπάρχουν οι δεύτεροι δίσκοι των δύο συγκροτημάτων, που δεν έτυχαν της αναγνώρισης που άξιζαν, πράγμα τουλάχιστον άδικο, αφού οι XTC με το “Go 2” (τέλη 1978) και οι Banshees με το “Join hands” (1979) παρουσίασαν καλά αποτελέσματα (πολύ καλά οι δεύτεροι).

 

Οι XTC έδωσαν πιο πολλή βαρύτητα στις κιθάρες, κάνοντάς τις τώρα να ακούγονται πιο «σιδερένιες», σαν παλλόμενα σύρματα. Η πρώτη μεριά του “Go 2” έχει μόνο καλά τραγούδια, από ορμητικές ροκιές (“The rhythm”, “Red”) μέχρι εσωτερικούς, μινιμαλιστικούς πειραματισμούς (“Battery brides”). Το πρόβλημα είναι ότι η δεύτερη μεριά πέφτει απότομα, με μόνη ξεχωριστή στιγμή το ομολογουμένως πάρα πολύ καλό “Super-Tuff”, που θυμίζει κάτι μεταξύ Jam και Cars. Έστω όμως κι έτσι, το album δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως η αχίλλειος πτέρνα των XTC. Δυστυχώς, τη φήμη του ως τέτοιου την επιτείνει η κυκλοφορία, αμέσως μετά, του αναγνωρισμένου “Drums and wires” (1979), που ρίχνει τη σκιά του στον προκάτοχό του.

 

 

 

 

 

 

Το “Join hands” των Banshees είναι ο ορισμός του «υποτιμημένου», αλλά όχι ακριβώς «παραγνωρισμένου» album. Αρκετοί έχουν εκφραστεί θετικά για τον δίσκο και οι κριτικοί γενικά αναγνωρίζουν ότι αποτέλεσε εξέλιξη στον ήχο της μπάντας, προετοιμάζοντας μάλιστα, σε κάποιο βαθμό, την εμφάνιση του gothic rock μερικά χρόνια αργότερα, κυρίως χάρη στη σκοτεινή, έως νοσηρή (ενίοτε μακάβρια) ατμόσφαιρα και αισθητική του. Στίχοι που εμπνέονται από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ανακαλούν συχνά τους νεκρούς, οργισμένες κιθάρες με γρήγορους ή βασανιστικά αργούς ρυθμούς, όλα αυτά σε επτά καταπληκτικά κομμάτια… και ένα εντελώς αχρείαστο, περιττό τέλος, με το 14λεπτο (!) “The Lord’s prayer”, που νοθεύει τον δίσκο και θα έπρεπε να λείπει. Ίσως αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος που το “Join hands” δεν άγγιξε τη δημοτικότητα ενός “Kaleidoscope” ή ενός “Juju”.

 

 

 

 

 

 

Οι δίσκοι είναι εκεί και μας περιμένουν.