Σαββόπουλος: «Ο Τσίπρας είναι long play αυταπατώμενος»

 

Σημαντική συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου στο ΒΗΜΑgazino όπου μεταξύ άλλων ταυτίζεται με εμάς και κάνει θετικά σχόλια για τραγούδια των Κουρκούλη, Σφακιανάκη και Βέρτη,

 

Τώρα αυτοί που υποστηρίζουν το Αμερικάνικο λαϊκό τραγούδι και φοράνε t-shirt του Johnny Cash χλευάζοντας με κάθε ευκαιρία το δικό μας λαϊκό που έχει απήχηση σε εκατομμύρια κόσμο θα έχουν ένα ακόμα λόγο να κάνουν τις παρεμβάσεις τους.

 

 

Η συνέντευξη είναι του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου

 

Σαββόπουλος: «Ο Τσίπρας είναι long play αυταπατώμενος»

 

Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάθεται σε ένα καλοσχεδιασμένο γραφείο μπροστά από το παράθυρο. Φοράει το γνωστό του χαμόγελο. Πίσω του, ο Λυκαβηττός. Μπροστά του, ένα τζουκμπόξ, ίσως για την απαραίτητη δόση νοσταλγίας. Ανάβει ένα πουράκι - «Καπνίζω ακόμα στα 72 μου!» λέει με μια προσποιητή ενοχή. Από κοντά μιλάει με ακόμα πιο απολαυστικό τρόπο, με αυτό το παιχνίδισμα που κάνει στη σκηνή· τις περίεργες λέξεις που μοιάζει να προφέρει υπογραμμισμένες με στόμφο, την εγγενή θεατρικότητα στις κινήσεις, τη νοσταλγία που όμως ξαφνικά κόβεται, γιατί «μπορείς να ζεις στο παρελθόν, μπορείς και στο μέλλον. Καλύτερα στο μέλλον».

 

Ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν θέλει να νοσταλγεί, και ας μιλάει πολύ για το παρελθόν - για το Κύτταρο στο οποίο επέστρεψε φέτος, για τα 60s, για τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο, για τα γκρουπούσκουλα της Αριστεράς που τον θεωρούσαν «μη επαναστάτη», και τους ευχαριστεί για αυτό. Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι με έναν χειρουργικό τρόπο ο εθνικός μας ψυχαναλυτής: Εδώ και δεκαετίες, με τραγούδια, στίχους και λόγια, παρατηρεί τον Ελληνα, πότε σκωπτικά πότε επιθετικά, αλλά πάντα τρυφερά - και τον τέμνει χειρουργικά. Εδώ και χρόνια, έχει πει πολλά που έχουν ενοχλήσει («Δεν θέλω να μην ευχαριστώ το κοινό μου, αλλά δεν μπορώ να μη λέω τη γνώμη μου»), αλλά δεν έχει όρεξη να σταματήσει να τα λέει. Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι 72 ετών και «Δουλεύω περισσότερο, σκέφτομαι περισσότερο, μιλάω περισσότερο». Μιλάει για τα πάντα: για το παρελθόν, για τον Αλέξη Τσίπρα, για τις επαναστάσεις που έγιναν φάρσες, για την ενηλικίωση, για την Ευρώπη, για τον Θεό, για τον χρόνο, για τις γυναίκες και για τον ΠΑΟΚ. Και τα λέει ωραία.

 

Κύριε Σαββόπουλε, έχετε ακούσει πολλά στη ζωή σας. Ποιος είναι ο καλύτερος έπαινος που λάβατε ή που θα θέλατε να αποσπάσετε; «Τι ωραίος που είσαι, Διονυσάκη, τι καλός και τι ωραία τραγούδια!».

 

Είστε αισιόδοξος; «Εγώ πάντα αισιόδοξος είμαι. Τον τελευταίο καιρό ίσως όχι και πολύ. Αλλά πιστεύω πως βαδίζουμε σε μια νέα αναγέννηση. Πως οι επόμενες γενιές θα ζήσουν έναν νέο μεγάλο Δυτικό Μύθο. Αλλά αυτό, με όρους Ιστορίας, μπορεί να σημαίνει πως θα προηγηθούν δεκαετίες μεσαίωνα. Πολλές φορές χάνω την αισιοδοξία μου επειδή φοβάμαι πως ο πόνος θα συνεχιστεί. Αλλά στο τέλος τέλος όλα θα ξεκαθαρίσουν, όλα θα λάμψουν ξανά».

 

Εβλεπα τις προάλλες στο ΥouΤube το βιντεοκλίπ σας για το «Δημοσθένους λέξις» που τραγουδούσατε στο κέντρο της Αθήνας. Και η εικόνα της πόλης μού ήταν οικεία. Μάλλον το κέντρο της Αθήνας είναι ακόμα ίδιο... «Αυτό το βιντεοκλίπ το είχε γυρίσει ο Λάκης Παπαστάθης στα έρημα Χαυτεία μια Κυριακή πρωί. Υπήρχε γκρίζα και τσιμεντένια κατάσταση και τότε όπως και τώρα. Η διαφορά είναι πως τότε ζούσαν οι γονείς και οι δάσκαλοί μας. Γράφανε, μιλούσαν, ενώ τώρα έχουν πεθάνει, έχουν αποσυρθεί, και αισθάνεσαι πως πρέπει εσύ πια να ενηλικιωθείς και να κοιτάξεις την πατρίδα, την οικογένεια, τη γλώσσα, την τέχνη. Ποτέ δεν είμαστε προετοιμασμένοι...».

 

Για την ενηλικίωση; «Ναι, ποτέ».

 

Εσείς πόσων χρόνων αισθάνεστε; «Εχω δυσκολίες στον ύπνο, λαχανιάζω στον ανήφορο. Τότε αισθάνομαι στην ηλικία μου. Αλλά όταν είμαι στο πάλκο, εκεί σαν να μην έχω ηλικία, ρε παιδί μου. Ενώ είμαι τύπος καθιστικός και εντελώς ντεμοντέ - αν σκεφτείς πως δεν ξέρω υπολογιστή, δεν ξέρω να οδηγώ, δεν έχω κινητό, διαβάζω εφημερίδες μετά μανίας και καπνίζω ακόμα -, στη σκηνή ξανανιώνω, γίνομαι τρέντι...».

 

Aν ήσασταν νέος, τη δεκαετία του '60, θα ήσασταν και εσείς σε κάποια πορεία κατά του Μνημονίου; Μήπως θα φωνάζατε και εσείς κατά του συστήματος; «Εμείς φωνάζαμε 1-1-4. Τώρα θα φωνάζαμε "Από το 1-1-4, στο αυτοκίνητο το 4χ4 και από το 4χ4, στα τέσσερα, στα τέσσερα"! Δυστυχώς, πιασάρικο σύνθημα για την προσωπική ευθύνη δεν υπάρχει».

 

Εσείς νιώθετε να έχετε αναλάβει την προσωπική σας ευθύνη; «Στην οικογένεια ήμουν παραδοσιακός και πήρα την ευθύνη της 49 χρόνια τώρα. Επίσης, οι φιλίες μου μετρούνε παιδιόθεν. Επαναστάτης υπήρξα μόνο στο τραγούδι. Τόλμησα πράγματα στην τέχνη μου για τα οποία επίσης αναλαμβάνω την ευθύνη. Υπήρξαν, βέβαια, και παρεξηγήσεις. Στα τραγούδια μου ακούγονται στίχοι που εμπνεύσανε τα αριστερά ακροατήρια, αλλά υπήρχαν εκεί κι άλλοι στίχοι - δίπλα στους πρώτους - που οδηγούσαν εν τέλει το τραγούδι στο σύνολό του σε μια μαγική περιοχή. Δεν τη βλέπανε. Η πιο εύστοχη αρνητική κριτική εναντίον μου πρωτοήρθε στα χρόνια του '70 απ' τα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα. Στα έντυπά τους γράφανε ότι τα τραγούδια μου δεν είναι καθόλου επαναστατικά και να μην παρασύρονται οι νεαροί οπαδοί τους. Απ' τη μεριά τους είχαν δίκιο. Τα τραγούδια μου ανήκουν σε μιαν άλλη επανάσταση που τους ξεπερνά».

 

Φέτος, στις παραστάσεις που δώσατε στο Κύτταρο, είδα ότι ήσασταν συγκινημένος. Είπατε κάποια στιγμή πως θέλετε να συμφιλιωθείτε με τους γονείς σας. Γιατί τόση νοσταλγία; Φταίει μήπως η κατάσταση γύρω μας; «Οχι, η κατάσταση δεν θέλω να με επηρεάζει. Προσπαθώ να δουλεύω περισσότερο, να σκέφτομαι περισσότερο, να μη με ρίχνουν οι συνθήκες. Κοιτάξτε, όμως, είμαι 72 ετών. Στο Κύτταρο πήγαμε φέτος ύστερα από 44 χρόνια. Πήγαμε με κάποιο ρίσκο, γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ο κίνδυνος το πράγμα να γίνει μνημόσυνο. Εκτός και αν βρει κανείς τη σημασία που είχε κάποτε εκείνο στο τώρα. Τότε δεν είναι μνημόσυνο, είναι γιορτή. Δηλαδή, μια φωτεινή κατάσταση όπου νεκροί, ζωντανοί και μέλλοντες να γεννηθούν θαρρείς και είναι όλοι παρόντες».

 

Τελικά, δεν τα πήγατε και άσχημα... «Ασχημα; Πήγαμε να παίξουμε για τέσσερα βράδια τα Χριστούγεννα και φτάσαμε παίζοντας σχεδόν Πάσχα. Ομως, δεν πήγαμε στο Κύτταρο από νοσταλγία. Πήγαμε για να υπογραμμίσουμε το κοινό αίσθημα που είχαμε εκείνες τις εποχές και τώρα λείπει φρικτά, ενώ είναι θέμα επιβίωσης. Και δικής μας και του τόπου μας».

 

Ποιο είναι αυτό το κοινό αίσθημα; «Είναι κάτι που το έχουμε μέσα μας. Τα λόγια για να το περιγράψουμε τα βρίσκουμε όταν θέλουμε πραγματικά να συναντηθούμε με τον άλλον και να βρούμε τι μας ενώνει. Είναι το "κοινό καλό". Αυτό το κοινό καλό το έχουμε μέσα μας. Αν μπορέσουμε να το δούμε αλλά και να αναλάβουμε και την ευθύνη του, τότε όλα βρίσκονται...».

 

Μιλάτε για συντροφικότητα, για αλληλεγγύη; «Ναι... Αλλά και για αλληλοσυγχώρεση, για new deal και για ξεστράβωμα».

 

Εχω την υποψία πως όταν γράφατε και τραγουδούσατε για τα κοινά πιστεύω της εποχής σας, τα οράματα της κοινωνίας ήταν πιο συνεκτικά. Τώρα, ποια είναι τα κοινά οράματα που εντοπίζετε; «Τώρα δεν υπάρχουν κοινά οράματα, μόνο Μνημόνια. Υπάρχει μια κατάσταση που αναγκάζει τους ανθρώπους να κλείνονται στον εαυτό τους. Ο κόσμος κάνει μεγάλη υπομονή. Δεν ξέρω αν είναι δείγμα ωριμότητας ή ένα δείγμα βουβής απόγνωσης. Με ανησυχεί πολύ».

 

Γιατί σας ανησυχεί; «Γιατί αν συνεχιστεί και εγκαθιδρυθεί, τότε σημαίνει πως αλλάζει η ψυχή του τόπου, αλλοιώνεται το γονίδιο. Δεν πρέπει να το δεχθούμε. Ο καθένας μας ατομικά πρέπει να δει το κοινό καλό. Το έχουμε μέσα μας και το ξέρουμε. Πρέπει να το κοινωνήσουμε στον διπλανό μας».

 

Είχα διαβάσει παλαιότερα μια συνέντευξη που είχατε δώσει στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο και είχατε πει πως «ο Ελληνας κατακτά τους στόχους του λοιδορώντας και κατηγορώντας τους. Ελεεινολογεί και καταγγέλλει αυτό που διαισθητικά ή υποσυνείδητα σπρώχνει προς τα εμπρός!». Μήπως είμαστε σε μια αντίστοιχη κατάσταση και τώρα; «Οχι, τώρα είμαστε σε μια κατάσταση πιο παρανοϊκή, όπου δεχόμαστε να εξαπατώμεθα οικειοθελώς. Συνειδητά και λεβέντικα».

 

Μιλάτε για εξαπάτηση και δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω. Πριν από λίγο καιρό παραφράσατε έναν στίχο σας και είπατε «Τον χειμώνα τούτο άμα τον περάσουμε / τον απατεώνα αν τον ξεπεράσουμε». Προφανώς εννοούσατε τον Πρωθυπουργό... «Είπα ότι το χαρίζω και στους απατεώνες και στους αυταπατώμενους με αγάπη. Πολλοί πικραμένοι κάγχασαν, είπαν πως απατεώνα θεωρώ τον Πρωθυπουργό. Μα ο απατεώνας έχει καλή επαφή με την πραγματικότητα, ο Πρωθυπουργός όχι. Ο Αλέξης είναι long play αυταπατώμενος, μόνο αυτό είναι».

 

Σε όλο το διάστημα της κρίσης, ενώ ήταν εύκολο να έχει κανείς μια αντιδραστική άποψη, να μιλάει επαναστατικά, εσείς είχατε άλλες θέσεις. Ηταν συνειδητή η απόφαση; Γιατί πήγατε κόντρα στο λαϊκό αίσθημα... «Κοιτάξτε, ένας άνθρωπος σαν κι εμένα θέλει βέβαια να τον αγαπάνε όλοι...».

 

Αυτό το συναίσθημα δεν τελειώνει ποτέ τελικά; «Ε, δεν τελειώνει. Υποθέτω το έχουν όλοι οι άνθρωποι, όλοι νιώθουν την ανάγκη να είναι αρεστοί, αλλά αν βγαίνεις και στη σκηνή η ανάγκη σου αυτή είναι πιο έντονη».

 

Οπότε δεν θέλετε να στενοχωρείτε τον κόσμο... «Οσες φορές δυσαρεστήθηκε το ακροατήριο, έλεγα στον εαυτό μου "Την επόμενη φορά πρέπει να το προσέξεις, να τα πεις πιο μαλακά". Αλλά όταν καθόμουν να γράψω, το ξεχνούσα αυτό. Φαίνεται πως είναι στη φύση του τροβαδούρου: δεν μπορεί παρά να εκφράζει αυτό που αισθάνεται κάθε φορά. Αλλιώς θα ήταν άχρηστος»

 

Υπάρχει διαχωρισμός ποιοτικού και εμπορικού τελικά; «Υπάρχουν είδη, δεν λέω. Αλλά μην το παρακάνουμε. Εγώ, ας πούμε, ουδέποτε επεδίωξα την εμπορικότητα. Ηρθε, όμως, από μόνη της. Και ο Χατζιδάκις και ο Τσιτσάνης, ο Ξαρχάκος και ο Μίκης Θεοδωράκης δεν νομίζω πως αποσκοπούσαν στην εμπορικότητα. Δηλαδή, αποκλείεται το λεγόμενο "ποιοτικό" να είναι και "εμπορικό"; Τους περισσότερους δίσκους παγκοσμίως τους έχει πουλήσει ο Μότσαρτ».

 

Συμβαίνει και το αντίθετο; Κάτι εμπορικό να είναι ποιοτικό; «Υπάρχουν τέτοιες ευχάριστες εκπλήξεις. Τραγούδια που έχουν καταχωριστεί στα εμπορικά και στα λαϊκοπόπ να είναι όμορφα. Ας πούμε, τραγούδια που είπε ο Πασχάλης Τερζής. Ο Μητροπάνος. Ο Νότης Σφακιανάκης».

 

Ο Σφακιανάκης; «Μου αρέσει αυτό που λέει (τραγουδώντας): "Και δεν μπορώ, να σε ξεχάσω δεν μπορώ...". Ή ένα άλλο, του Βέρτη, το "Πες το μου ξανά ότι μ' αγαπάς". Ενα άλλο, του Κουρκούλη, που λέει: "Μέρα με τη μέρα φεύγω από σένα πιο πολύ". Ευχάριστες εκπλήξεις. Γενικά δεν βοηθούν οι ταμπέλες. Δεν δέχομαι ότι υπάρχει μια κατηγορία ποιοτικών και μια εμπορικών. Εξάλλου, κι αυτά που λέγονται ποιοτικά μάς έχουν πήξει στη φλυαρία γιατί μιμούνται την ποίηση χωρίς να έχουν τίποτε το αληθινά ποιητικό».

 

Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη στο ΒΗΜΑgazino:

 

http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=822676