Η ταινία «Νύχτα και Καταχνιά» (Night and Fog / Nuit et Brouillard, 1955) είναι ένα από τα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ στην ιστορία του κινηματογράφου και μια από τις πιο συγκλονιστικές κινηματογραφικές αποτυπώσεις του Ολοκαυτώματος. Σκηνοθετημένη από τον Αλέν Ρενέ και σε σενάριο του Ζαν Καγιρόλ, επιζώντα στρατοπέδου συγκέντρωσης, η ταινία εξετάζει τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης με τρόπο λιτό, ποιητικό και βαθιά στοχαστικό.
Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από τον γερμανικό όρο Nacht und Nebel, ένα διάταγμα των Ναζί που αφορούσε την εξαφάνιση πολιτικών αντιπάλων χωρίς ίχνη, «μέσα στη νύχτα και την ομίχλη». Αυτή η ιδέα της εξαφάνισης, της σιωπής και της λήθης διατρέχει ολόκληρη την ταινία. Ο Ρενέ δεν επιδιώκει απλώς να καταγράψει ιστορικά γεγονότα, αλλά να προκαλέσει τον θεατή να αναλογιστεί τη μνήμη, την ευθύνη και τον κίνδυνο επανάληψης της βαρβαρότητας.
Η δομή της ταινίας βασίζεται στην αντιπαραβολή έγχρωμων πλάνων του παρόντος (δεκαετία του 1950) από εγκαταλελειμμένα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως το Άουσβιτς, με ασπρόμαυρο αρχειακό υλικό από την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ήσυχα, σχεδόν γαλήνια πλάνα των άδειων χώρων –γρασίδι, ερείπια, συρματοπλέγματα– έρχονται σε τρομακτική αντίθεση με τις εικόνες μαζικής εξόντωσης, πείνας, κακοποίησης και θανάτου του παρελθόντος. Αυτή η αντίθεση εντείνει το σοκ και υπογραμμίζει πόσο εύκολα ο χρόνος μπορεί να «καλύψει» τη φρίκη.
Η αφήγηση γίνεται μέσω ενός λιτού, ποιητικού σχολιασμού, που αποφεύγει τον συναισθηματικό μελοδραματισμό. Ο αφηγητής δεν φωνάζει ούτε καταγγέλλει άμεσα· μιλά με ψυχραιμία, αφήνοντας τις εικόνες να λειτουργήσουν σχεδόν μόνες τους. Αυτό κάνει την εμπειρία ακόμη πιο οδυνηρή. Η ταινία δεν περιορίζεται μόνο στα θύματα, αλλά στρέφει το βλέμμα και στους θύτες, στους μηχανισμούς εξουσίας, στη γραφειοκρατία και στην «κανονικότητα» του κακού.
Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η «Νύχτα και Καταχνιά» δεν παρουσιάζει το Ολοκαύτωμα ως κάτι μακρινό ή τελειωμένο. Αντίθετα, θέτει ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον: ποιος φταίει, ποιος γνώριζε, ποιος σιώπησε. Η ταινία υπαινίσσεται ότι οι συνθήκες που γέννησαν τα στρατόπεδα δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν και ότι η ανθρώπινη αγριότητα μπορεί να επανεμφανιστεί αν ξεχαστεί η ιστορία.
Η μουσική του Χανς Άισλερ συνοδεύει διακριτικά την αφήγηση, ενισχύοντας το αίσθημα πένθους και περισυλλογής χωρίς να χειραγωγεί συναισθηματικά τον θεατή. Όλα τα εκφραστικά μέσα της ταινίας υπηρετούν έναν στόχο: τη διατήρηση της μνήμης.
Συνολικά, η «Νύχτα και Καταχνιά» δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ, αλλά ένα βαθύ φιλοσοφικό και ηθικό έργο. Με διάρκεια μόλις τριάντα λεπτών, καταφέρνει να αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα και να λειτουργήσει ως προειδοποίηση ενάντια στη λήθη, την αδιαφορία και τον φανατισμό. Είναι μια ταινία που δεν «βλέπεται» εύκολα, αλλά θεωρείται απαραίτητη για την κατανόηση του 20ού αιώνα και της ανθρώπινης φύσης.
