Η ταινία «Laura» (1944) είναι ένα από τα πιο εμβληματικά φιλμ νουάρ του κλασικού Χόλιγουντ, σε σκηνοθεσία του Ότο Πρέμινγκερ και με πρωταγωνιστές τους Τζιν Τίρνεϊ, Ντάνα Άντριους και Κλίφτον Γουέμπ. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυστήριο που συνδυάζει στοιχεία ρομαντισμού, ψυχολογικής έντασης και κοινωνικού σχολιασμού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υποβλητική και σκοτεινή.
Η ιστορία ξεκινά με τη φαινομενική δολοφονία της Λόρα Χαντ, μιας νεαρής, όμορφης και επιτυχημένης γυναίκας που κινείται στους κοσμικούς και επαγγελματικούς κύκλους της Νέας Υόρκης. Το σώμα της βρίσκεται στο διαμέρισμά της, χτυπημένο στο πρόσωπο με καραμπίνα, γεγονός που καθιστά την αναγνώρισή της δύσκολη. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον, ένας ψύχραιμος αλλά βαθιά ανθρώπινος αστυνομικός, ο οποίος αρχίζει να ερευνά τη ζωή της Λόρα μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που την περιέβαλλαν.
Καθώς η έρευνα προχωρά, ο θεατής γνωρίζει τη Λόρα μόνο μέσα από αφηγήσεις και αναμνήσεις. Κεντρικό πρόσωπο αυτών των αφηγήσεων είναι ο Γουόλντο Λάιντεκερ, ένας πνευματώδης, κυνικός και ιδιαίτερα χειριστικός αρθρογράφος, που ισχυρίζεται ότι υπήρξε μέντορας και στενός φίλος της Λόρα. Ο Γουόλντο παρουσιάζει τη νεαρή γυναίκα ως δημιούργημά του, υπονοώντας μια βαθιά, σχεδόν παθολογική συναισθηματική εξάρτηση. Παράλληλα, εμφανίζεται ο Σέλμπι Κάρπεντερ, αρραβωνιαστικός της Λόρα, ένας γοητευτικός αλλά αμφιλεγόμενος άντρας, του οποίου τα κίνητρα παραμένουν ασαφή.
Ο ΜακΦέρσον, καθώς βυθίζεται όλο και περισσότερο στην υπόθεση, αρχίζει να γοητεύεται από την εικόνα της Λόρα. Το πορτρέτο της που δεσπόζει στο διαμέρισμά της γίνεται σύμβολο μιας ιδανικής, σχεδόν φαντασιακής γυναίκας. Ο έρωτας του ντετέκτιβ δεν στρέφεται προς έναν ζωντανό άνθρωπο, αλλά προς μια ιδέα, ένα μύθο που έχει δημιουργηθεί από τις αφηγήσεις των άλλων. Αυτό το στοιχείο προσδίδει στην ταινία έντονη ψυχολογική διάσταση και θέτει ερωτήματα για τη φύση της επιθυμίας και της εξιδανίκευσης.
Η πλοκή ανατρέπεται δραματικά όταν η Λόρα αποδεικνύεται πως δεν είναι νεκρή. Η επιστροφή της ανατρέπει όλα τα δεδομένα της έρευνας και αποκαλύπτει πόσο παραπλανητικές μπορεί να είναι οι εντυπώσεις και οι μαρτυρίες. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η ταινία μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι υποψιών, ζήλιας και εμμονής, με τον κίνδυνο να παραμονεύει για όλους τους χαρακτήρες.
Το «Laura» ξεχωρίζει όχι μόνο για το σφιχτοδεμένο σενάριο και τις δυνατές ερμηνείες, αλλά και για τη χαρακτηριστική μουσική του Ντέιβιντ Ράξιν, της οποίας το βασικό θέμα έχει μείνει κλασικό. Η ταινία εξερευνά την εμμονή, τη δύναμη της εικόνας και το πώς οι άνθρωποι προβάλλουν τις επιθυμίες τους στους άλλους. Μέσα από την ατμόσφαιρα του φιλμ νουάρ, το «Laura» παραμένει μια διαχρονική μελέτη του μύθου, της ταυτότητας και της σκοτεινής πλευράς του έρωτα.
