Πρέπει να τ' ακούσεις: Blood, Sweat & Tears-Blood, Sweat & Tears (1968)

Το Blood, Sweat & Tears (1968) είναι το ομώνυμο δεύτερο άλμπουμ του αμερικανικού συγκροτήματος Blood, Sweat & Tears και θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της ύστερης δεκαετίας του ’60. Κυκλοφόρησε σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και μουσικών ζυμώσεων και κατάφερε να γεφυρώσει, με εντυπωσιακή επιτυχία, τον κόσμο της ροκ με την τζαζ, την ποπ και τη σόουλ, ανοίγοντας νέους δρόμους στη σύγχρονη μουσική.

Μετά την αποχώρηση του ιδρυτικού μέλους και βασικού συνθέτη Al Kooper, το συγκρότημα ανασυντάχθηκε γύρω από τον τραγουδιστή David Clayton-Thomas, του οποίου η βαθιά, μπλουζ φωνή έδωσε νέο χαρακτήρα στον ήχο τους. Αυτή η αλλαγή αποδείχθηκε καθοριστική: το άλμπουμ δεν ήταν απλώς μια συνέχεια, αλλά μια επαναδιατύπωση της ταυτότητας των Blood, Sweat & Tears. Ο πλούσιος ήχος των πνευστών (τρομπέτες, τρομπόνια, σαξόφωνα) συνδυάζεται οργανικά με ροκ ρυθμούς και τζαζ αρμονίες, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που τότε ακουγόταν φρέσκο, τολμηρό και απόλυτα σύγχρονο.

Το άλμπουμ ανοίγει με το δυναμικό “Variations on a Theme by Erik Satie”, μια ροκ διασκευή βασισμένη στο “Gymnopédie No.1”, που δηλώνει από την πρώτη στιγμή τις φιλοδοξίες του συγκροτήματος: την ένωση της κλασικής μουσικής με τον ηλεκτρικό ήχο της εποχής. Ακολουθεί το “Smiling Phases”, ένα κομμάτι με αισιόδοξη διάθεση, σύνθετες ενορχηστρώσεις και έντονο πνευστό χαρακτήρα, που δείχνει τη δεξιοτεχνία και τη συλλογική χημεία της μπάντας.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το “Spinning Wheel”, ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι του άλμπουμ. Με την ανεβαστική του μελωδία, το αξέχαστο ρεφρέν και τα πνευστά που θυμίζουν big band τζαζ, έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία και σύμβολο της αισιοδοξίας αλλά και της αβεβαιότητας της εποχής. Εξίσου σημαντικό είναι και το “You’ve Made Me So Very Happy”, μια σόουλ-ποπ μπαλάντα που αναδεικνύει τη συναισθηματική δύναμη της φωνής του Clayton-Thomas και την ικανότητα του συγκροτήματος να απευθύνεται σε ευρύ κοινό χωρίς να χάνει την καλλιτεχνική του ποιότητα.

Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης πιο τζαζ προσανατολισμένες στιγμές, όπως το “Blues – Part II”, με εκτεταμένα σόλο και αυτοσχεδιασμούς, που θυμίζουν ζωντανή εμφάνιση και αποδεικνύουν τις μουσικές καταβολές των μελών. Παράλληλα, το “God Bless the Child” (διασκευή του Billie Holiday) προσθέτει έναν τόνο μελαγχολίας και σεβασμού προς την αφροαμερικανική μουσική παράδοση.

Σε επίπεδο παραγωγής, το άλμπουμ είναι εξαιρετικά ισορροπημένο: πλούσιο χωρίς να είναι φορτωμένο, τεχνικά άρτιο αλλά και ζεστό. Αυτή η ποιότητα συνέβαλε στο να γίνει το Blood, Sweat & Tears ένα από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ της χρονιάς, κερδίζοντας μάλιστα βραβείο Grammy για Άλμπουμ της Χρονιάς το 1970 — μια σπάνια διάκριση για ένα τόσο υβριδικό και πειραματικό έργο.

Συνολικά, το Blood, Sweat & Tears (1968) δεν είναι απλώς ένας δίσκος της εποχής του· είναι ένα σημείο αναφοράς για τη fusion αισθητική στη ροκ μουσική. Συνδυάζει τεχνική αρτιότητα, εμπορική απήχηση και καλλιτεχνικό ρίσκο, αποδεικνύοντας ότι η μουσική μπορεί να είναι ταυτόχρονα έξυπνη, φιλόδοξη και βαθιά απολαυστική.

Video Url