γραφή του άλμπουμ σ ε 600 περίπου λέξεις
Το “Creedence Clearwater Revival” (1968) αποτελεί το ντεμπούτο άλμπουμ του ομώνυμου αμερικανικού συγκροτήματος και σηματοδοτεί την έναρξη μιας από τις πιο χαρακτηριστικές πορείες στη ροκ μουσική των αμερικανικών δεκαετιών του ’60 και του ’70. Αν και ηχογραφήθηκε σε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν η ψυχεδέλεια, τα μακροσκελή jams και οι εκτεταμένοι αυτοσχεδιασμοί, το πρώτο άλμπουμ των Creedence Clearwater Revival διαφοροποιήθηκε συνειδητά, επαναφέροντας στο προσκήνιο την απλότητα, τη στιβαρότητα και τον "αγροτικό" αυθεντικό χαρακτήρα του ροκ εν ρολ και των ριζών της αμερικάνικης μουσικής παράδοσης.
Το συγκρότημα, που αποτελούνταν από τους John Fogerty (κιθάρα, φωνητικά), Tom Fogerty (κιθάρα, φωνητικά), Stu Cook (μπάσο) και Doug Clifford (ντραμς), είχε ήδη μια μακρά προϊστορία πριν την κυκλοφορία του δίσκου, λειτουργώντας για χρόνια υπό το όνομα The Golliwogs. Το 1968, αφού εγκατέλειψαν το παλιό όνομα και υιοθέτησαν το “Creedence Clearwater Revival”, παρουσίασαν ένα ντεμπούτο που, αν και ακόμη δεν περιλάμβανε όλες τις ιστορικές συνθέσεις που θα ακολουθούσαν, έθετε ξεκάθαρα τις βάσεις του "Swamp Rock" — ενός ήχου που συνδύαζε το μπλουζ, το ροκ, το country και τα ρυθμικά μοτίβα του αμερικανικού Νότου.
Το άνοιγμα του δίσκου με το “I Put a Spell on You”, διασκευή στο κλασικό τραγούδι του Screamin’ Jay Hawkins, επιβεβαιώνει αμέσως τη δύναμη και το πάθος του John Fogerty ως ερμηνευτή. Η φωνή του έχει μια ένταση σχεδόν πρωτόγονη, γεμάτη καπνό και ιδρώτα, που μετατρέπει το κομμάτι σε δήλωση ταυτότητας. Στη συνέχεια, το άλμπουμ συνεχίζει με την πρώτη μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος, το “Suzie Q” — μια εκτεταμένη, υποβλητική εκτέλεση του τραγουδιού του Dale Hawkins, που φέρει έντονα ψυχεδελικά χρώματα και ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, δανεισμένη σε ένα βαθμό από τα jam της εποχής. Το τραγούδι αυτό αποτέλεσε και το πρώτο σημαντικό χτύπημα για τους CCR στα charts, ανοίγοντας το δρόμο για τη ραγδαία άνοδό τους.
Η υπόλοιπη πλευρά του δίσκου απαρτίζεται από αυθεντικές συνθέσεις και διασκευές που αντανακλούν τις μουσικές ρίζες της μπάντας. Κομμάτια όπως το “The Working Man” και το “Porterville” δείχνουν την κοινωνική ματιά του Fogerty, με στίχους που μιλούν για τον καθημερινό άνθρωπο, την εργασία, τη φτώχεια και την επιθυμία για φυγή — θεματολογία που θα γίνει βασικό στοιχείο της μετέπειτα στιχουργικής του. Το “Porterville”, μάλιστα, είναι και ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε αποκλειστικά ο John Fogerty, προαναγγέλλοντας την προσωπική του σφραγίδα που θα κυριαρχήσει στους επόμενους δίσκους.
Σε μουσικό επίπεδο, το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από απογυμνωμένες, άμεσες ενορχηστρώσεις. Η παραγωγή είναι λιτή, χωρίς υπερβολές — επικεντρώνεται στον ρυθμό, την κιθάρα και τη φωνή, αφήνοντας χώρο για τη φυσική ενέργεια της μπάντας να εκδηλωθεί χωρίς φτιασίδια. Ο ήχος τους αντλεί από το μπλουζ και τη ριζική αμερικανική παράδοση, απορρίπτοντας τον ψυχεδελικό πειραματισμό που τότε θεωρούνταν "μοντέρνος", κάτι που τους διαφοροποίησε έντονα από τους σύγχρονούς τους.
Αν και το “Creedence Clearwater Revival” δεν θεωρείται το απόλυτο αριστούργημά τους —τίτλος που συχνά αποδίδεται σε επόμενους δίσκους όπως Bayou Country ή Green River— αποτελεί ένα θεμέλιο έργο που προμηνύει τη σκόνη, τον ιδρώτα και την αμερικανική μυθολογία που θα συνοδεύσουν το συγκρότημα στη συνέχεια. Μέσα στις συνθέσεις του διακρίνεται ήδη η ιδιοφυΐα του Fogerty ως τραγουδοποιού, καθώς και η ικανότητα των CCR να δημιουργούν τραγούδια με ρεαλιστική ενέργεια και διαχρονικό groove.
Συνολικά, το “Creedence Clearwater Revival” είναι ένα ντεμπούτο που ηχεί σαν κάλεσμα επιστροφής στις ρίζες. Συνδυάζοντας τη γήινη δύναμη του ροκ εν ρολ με το πνεύμα των μπλουζ του Νότου, το άλμπουμ καθιστά σαφές πως οι Creedence δεν ήταν απλώς άλλη μια μπάντα της χρυσής εποχής του ροκ, αλλά οι φορείς μιας "αναγέννησης" (revival) της αυθεντικής αμερικανικής μουσικής ψυχής — ακριβώς όπως δηλώνει και το όνομά τους.
