Το Strange Days είναι το δεύτερο στούντιο άλμπουμ των The Doors, κυκλοφόρησε το 1967 και θεωρείται ένα από τα πιο σκοτεινά, ψυχεδελικά και καλλιτεχνικά έργα της μπάντας. Αν το ντεμπούτο τους ήταν μια εκρηκτική είσοδος, το Strange Days είναι η βουτιά στα βάθη του μυαλού: παράνοια, αποξένωση, υπαρξιακός φόβος και ποιητικός σουρεαλισμός.
Ο τίτλος του άλμπουμ συνοψίζει τέλεια την ατμόσφαιρά του. Τα «παράξενα χρόνια» της Αμερικής του ’60 – με τον πόλεμο του Βιετνάμ, την αμφισβήτηση των αξιών, τη χρήση ψυχεδελικών ουσιών και την κατάρρευση της αθωότητας – διαπερνούν κάθε κομμάτι. Οι The Doors δεν γράφουν απλώς τραγούδια· χτίζουν έναν κόσμο που μοιάζει με εφιάλτη αλλά και με όραμα.
Μουσικά, το άλμπουμ κινείται ανάμεσα στην ψυχεδέλεια, το blues και το avant-garde rock. Το χαρακτηριστικό όργανο του Ray Manzarek, το Vox Continental, δημιουργεί έναν υποβλητικό, σχεδόν υπνωτιστικό ήχο, ενώ τα τύμπανα του John Densmore αποφεύγουν τη συμβατικότητα και ακολουθούν συχνά τζαζ λογική. Η κιθάρα του Robby Krieger είναι αιχμηρή αλλά και ατμοσφαιρική, λειτουργώντας περισσότερο ως χρώμα παρά ως επίδειξη τεχνικής.
Στο κέντρο όλων βρίσκεται ο Jim Morrison. Στο Strange Days ο Morrison εμφανίζεται πιο ποιητικός, πιο απειλητικός και πιο αποστασιοποιημένος από τον «ροκ σταρ» ρόλο. Οι στίχοι του μιλούν για την απώλεια ταυτότητας, την κοινωνική καταπίεση, τον φόβο του Άλλου και τη διάλυση της πραγματικότητας. Το ομώνυμο κομμάτι “Strange Days” είναι μια προειδοποίηση: «People are strange when you’re a stranger», μια φράση που αποτυπώνει την εμπειρία της αποξένωσης με σχεδόν φιλοσοφικό τρόπο.
Το “You’re Lost Little Girl” δείχνει μια πιο τρυφερή αλλά και χειριστική πλευρά, ενώ το “Love Me Two Times” ισορροπεί ανάμεσα στον ερωτισμό και την κυνικότητα. Από την άλλη, το “Horse Latitudes” είναι καθαρή spoken-word ποίηση, εμπνευσμένη από ένα πραγματικό ιστορικό φαινόμενο, και λειτουργεί σαν διακοπή της λογικής ροής του άλμπουμ, βυθίζοντας τον ακροατή στο χάος.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το “When the Music’s Over”, ένα από τα πιο φιλόδοξα και θεατρικά κομμάτια των Doors. Με διάρκεια πάνω από 10 λεπτά, λειτουργεί σαν τελετουργία: ξεκινά ήρεμα, κλιμακώνεται σε κραυγή και καταλήγει σε μια κραυγή οικολογικής και υπαρξιακής αγωνίας. Εδώ ο Morrison μοιάζει περισσότερο με σαμάνο παρά με τραγουδιστή.
Η παραγωγή του άλμπουμ ενισχύει την κλειστοφοβική αίσθηση. Οι ήχοι είναι συχνά «στριμωγμένοι», δημιουργώντας την εντύπωση ότι κάτι παραμονεύει. Ακόμα και το εξώφυλλο, με τα παραμορφωμένα πρόσωπα και την αίσθηση τσίρκου, προετοιμάζει τον ακροατή για μια εμπειρία που δεν είναι άνετη.
Το Strange Days δεν είναι απλώς ένα ροκ άλμπουμ· είναι μια καλλιτεχνική δήλωση για τον φόβο του σύγχρονου ανθρώπου μπροστά σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια. Παραμένει επίκαιρο, γιατί μιλά για την αποξένωση, την κρίση ταυτότητας και την ανάγκη να «σπάσουμε τις πόρτες» της αντίληψής μας. Ένα άλμπουμ που δεν ακούγεται απλώς — βιώνεται.
