Πρέπει να τ' ακούσεις: Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me-Cure (1987)

Το Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me (1987) αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα, πολυσχιδή και αντιφατικά άλμπουμ των The Cure, αλλά και ένα κομβικό σημείο στη δισκογραφία τους. Πρόκειται για διπλό άλμπουμ, κάτι που από μόνο του υποδηλώνει την καλλιτεχνική υπερβολή και την ανάγκη του συγκροτήματος –και κυρίως του Robert Smith– να χωρέσει σε έναν δίσκο όλες τις εκφάνσεις της μουσικής και συναισθηματικής του ταυτότητας.

Μετά το σκοτεινό και εσωστρεφές Pornography (1982) και την πιο φωτεινή, ποπ στροφή των The Head on the Door και Standing on a Beach, οι The Cure στο Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me δεν επιλέγουν μία μόνο κατεύθυνση. Αντίθετα, αγκαλιάζουν την αντίφαση: το άλμπουμ κινείται από την ψυχεδελική ποπ μέχρι το goth rock, από την ανάλαφρη ειρωνεία μέχρι τη βαθιά συναισθηματική ένταση.

Ο τίτλος του άλμπουμ υποδηλώνει εμμονή, επιθυμία και ρομαντική υπερβολή, αλλά και μια σχεδόν παιδική απαίτηση για προσοχή και αγάπη. Αυτή η αμφισημία διατρέχει ολόκληρο το έργο. Τραγούδια όπως το “Just Like Heaven”, ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι των The Cure, παρουσιάζουν έναν ρομαντισμό σχεδόν αιθέριο, γεμάτο νοσταλγία και γλυκιά μελαγχολία. Αντίθετα, το “If Only Tonight We Could Sleep” και το “The Snakepit” κινούνται σε πιο σκοτεινά, αισθησιακά και υπόγεια μονοπάτια.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του άλμπουμ είναι η θεματική και μουσική του ποικιλία. Το “Why Can’t I Be You?” εκφράζει μια παιχνιδιάρικη, σχεδόν χορευτική διάθεση, γεμάτη εξωστρέφεια και χιούμορ, ενώ κομμάτια όπως το “How Beautiful You Are…” ή το “A Thousand Hours” εστιάζουν στη συναισθηματική ευθραυστότητα, τον ανεκπλήρωτο έρωτα και την απογοήτευση. Ο Robert Smith εμφανίζεται ταυτόχρονα ειρωνικός παρατηρητής και πληγωμένος πρωταγωνιστής των ίδιων του των ιστοριών.

Η παραγωγή του άλμπουμ είναι πλούσια και πυκνή, με έντονη χρήση κιθαρών, εφέ, συνθεσάιζερ και ρυθμικών εναλλαγών. Αυτή η “υπερφόρτωση” ήχων άλλοτε λειτουργεί υπέρ της ατμόσφαιρας και άλλοτε δημιουργεί μια αίσθηση χαοτικής πληθωρικότητας. Ωστόσο, αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει το Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me μοναδικό: δεν προσπαθεί να είναι συνεκτικό με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά ειλικρινές ως προς την καλλιτεχνική υπερβολή του.

Σε επίπεδο στίχων, το άλμπουμ πραγματεύεται τον έρωτα σε όλες του τις μορφές: ρομαντικό, σαρκικό, εμμονικό, απογοητευτικό, ακόμα και αυτοκαταστροφικό. Δεν υπάρχει εξιδανίκευση χωρίς πόνο, ούτε χαρά χωρίς σκιά. Αυτή η συναισθηματική πολυπλοκότητα είναι που καθιέρωσε τους The Cure ως ένα συγκρότημα που μπορούσε να εκφράσει τόσο τη νεανική ευφορία όσο και την υπαρξιακή αγωνία.

Τελικά, το Kiss Me, Kiss Me, Kiss Me δεν είναι απλώς ένας δίσκος· είναι ένα μουσικό ημερολόγιο υπερβολής, επιθυμίας και εσωτερικών συγκρούσεων. Παρά τις ατέλειές του –ή ίσως εξαιτίας αυτών– παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα και επιδραστικά έργα των The Cure, αποτυπώνοντας με ειλικρίνεια το χάος και την ομορφιά του ανθρώπινου συναισθήματος.

Video Url