Πρέπει να το δεις: The Last Picture Show (1971)

Η ταινία The Last Picture Show (1971), σε σκηνοθεσία Πίτερ Μπόγντανοβιτς και βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Λάρι ΜακΜέρτρι, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του αμερικανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1970. Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο φιλμ, η ταινία αποτυπώνει με έντονο ρεαλισμό και μελαγχολία τη ζωή σε μια μικρή, απομονωμένη πόλη του Τέξας στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μια εποχή κατά την οποία η αθωότητα της μεταπολεμικής Αμερικής αρχίζει να φθίνει.

Η υπόθεση επικεντρώνεται σε μια ομάδα εφήβων και ενηλίκων στην πόλη Άναρίν, έναν τόπο που μοιάζει να βρίσκεται σε στασιμότητα τόσο οικονομικά όσο και συναισθηματικά. Κεντρικοί χαρακτήρες είναι οι δύο νεαροί φίλοι, ο Σόνι Κρόφορντ (Τίμοθι Μπότομς) και ο Ντουέιν Τζάκσον (Τζεφ Μπρίτζες), τελειόφοιτοι λυκείου που παλεύουν να βρουν νόημα, κατεύθυνση και ταυτότητα σε ένα περιβάλλον χωρίς προοπτικές. Η καθημερινότητά τους γεμίζει με βαρεμάρα, περιστασιακή βία, σεξουαλικές εμπειρίες και όνειρα φυγής από την πόλη που τους πνίγει.

Σημαντικό ρόλο στην αφήγηση παίζει η Τζέισι Φάροου (Σίμπιλ Σέπερντ), μια όμορφη αλλά βαθιά ανασφαλής έφηβη, κόρη της κοινωνικά φιλόδοξης Λόις Φάροου. Η Τζέισι αναζητά επιβεβαίωση και αγάπη μέσα από ερωτικές σχέσεις που συχνά τη μπερδεύουν και τη φέρνουν αντιμέτωπη με την ωμότητα των συναισθημάτων της ενηλικίωσης. Παράλληλα, η ταινία εξερευνά τη μοναξιά των μεγαλύτερων σε ηλικία χαρακτήρων, όπως η Ρουθ Πόπερ (Κλόρις Λίτσμαν), μια γυναίκα παγιδευμένη σε έναν δυστυχισμένο γάμο, η οποία βρίσκει παρηγοριά σε μια απροσδόκητη σχέση με τον Σόνι.

Ιδιαίτερα εμβληματική φιγούρα είναι ο Σαμ ο Λιοντάρης (Μπεν Τζόνσον), ιδιοκτήτης του κινηματογράφου, του καφέ και της αίθουσας μπιλιάρδου της πόλης. Λειτουργεί ως ηθικό στήριγμα και πατρική φιγούρα για τους νεότερους, εκπροσωπώντας έναν κώδικα αξιών που σιγά-σιγά εξαφανίζεται. Ο θάνατός του σηματοδοτεί όχι μόνο μια προσωπική απώλεια για τους χαρακτήρες, αλλά και το τέλος μιας εποχής για ολόκληρη την κοινότητα.

Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται κυριολεκτικά στο κλείσιμο του μοναδικού κινηματογράφου της πόλης, αλλά συμβολικά υποδηλώνει το τέλος της αθωότητας, των ονείρων και της συλλογικής εμπειρίας. Η έλλειψη μουσικής επένδυσης –πέρα από μερικά τραγούδια της εποχής που ακούγονται από το ραδιόφωνο– ενισχύει τον ρεαλισμό και τη συναισθηματική ένταση, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία τονίζει τη σκληρότητα και τη συναισθηματική ερημιά του τοπίου.

The Last Picture Show είναι μια βαθιά ανθρώπινη ταινία για τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, για τη μοναξιά, τη ματαίωση και την ανάγκη για σύνδεση. Με λιτή αφήγηση και εξαιρετικές ερμηνείες, αποτυπώνει με διαχρονικό τρόπο την απώλεια και τη νοσταλγία, καθιστώντας την ένα κλασικό έργο που συνεχίζει να συγκινεί και να προβληματίζει.

Video Url