Το The Boatman’s Call (1997) αποτελεί ένα από τα πιο εσωστρεφή και λιτά άλμπουμ της δισκογραφίας των Nick Cave and the Bad Seeds. Σε αντίθεση με την εκρηκτική, σκοτεινή ένταση προηγούμενων δουλειών τους, εδώ ο Nick Cave επιλέγει τη σιωπή, την επιβράδυνση και την εξομολόγηση. Το άλμπουμ μοιάζει με μια προσωπική κατάθεση, όπου η μουσική λειτουργεί ως διακριτικό πλαίσιο για να αναδειχθούν οι λέξεις, τα συναισθήματα και οι εσωτερικές συγκρούσεις του αφηγητή.
Κεντρικό στοιχείο του δίσκου είναι η λιτότητα. Οι ενορχηστρώσεις βασίζονται κυρίως στο πιάνο, με ελάχιστες παρεμβάσεις από βιολί, μπάσο και διακριτικά κρουστά. Αυτή η επιλογή δημιουργεί έναν ήχο γυμνό και άμεσο, που ενισχύει την αίσθηση οικειότητας. Ο Cave τραγουδά συχνά χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να απευθύνεται σε έναν συγκεκριμένο ακροατή, ή ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό.
Θεματικά, το The Boatman’s Call περιστρέφεται γύρω από την αγάπη, την απώλεια, την πίστη και την αμφιβολία. Δεν πρόκειται για ρομαντικές αφηγήσεις με συμβατική έννοια, αλλά για σχέσεις σημαδεμένες από πόνο, απόσταση και πνευματική αναζήτηση. Ο Cave εξερευνά την ένταση ανάμεσα στην επιθυμία και την ενοχή, ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση και στην αίσθηση της μοναξιάς που συχνά τη συνοδεύει. Η θρησκευτική διάσταση, παρούσα σε μεγάλο μέρος του έργου του, εμφανίζεται εδώ πιο ήσυχη αλλά εξίσου ουσιαστική, ως ένας διάλογος με το θείο που δεν δίνει εύκολες απαντήσεις.
Ο τίτλος του άλμπουμ λειτουργεί συμβολικά. Ο «βαρκάρης» μπορεί να ιδωθεί ως μεσολαβητής ανάμεσα σε κόσμους: ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στην ελπίδα και την απώλεια, στη ζωή και την πνευματική αναζήτηση. Αυτή η αίσθηση μετάβασης διαπερνά ολόκληρο τον δίσκο. Τα τραγούδια μοιάζουν με στάσεις σε ένα εσωτερικό ταξίδι, όπου κάθε στιγμή φέρνει και μια νέα συναισθηματική αποκάλυψη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος γραφής. Οι στίχοι του Cave είναι άμεσοι, συχνά αφηγηματικοί, αλλά ποτέ απλοϊκοί. Με λίγες λέξεις καταφέρνει να δημιουργήσει έντονες εικόνες και να μεταδώσει βαθιά συναισθήματα. Δεν υπάρχει υπερβολή ή θεατρικότητα· αντίθετα, κυριαρχεί η ειλικρίνεια και η αποδοχή της ανθρώπινης ευαλωτότητας. Αυτή η προσέγγιση καθιστά το άλμπουμ ιδιαίτερα δυνατό, καθώς ο ακροατής καλείται να σταθεί απέναντι στα ίδια του τα συναισθήματα.
Το The Boatman’s Call θεωρείται συχνά ένα από τα πιο ώριμα έργα του Nick Cave. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με πειραματισμούς ή ένταση, αλλά να αγγίξει σε βάθος. Είναι ένας δίσκος που απαιτεί προσοχή και χρόνο, ανταμείβοντας τον ακροατή με μια σπάνια αίσθηση συναισθηματικής καθαρότητας. Μέσα από τη σιωπή, την απλότητα και τη βαθιά ανθρώπινη θεματολογία του, παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο συγκινητικά και διαχρονικά άλμπουμ της σύγχρονης μουσικής.