Οι θρυλικές μπουάτ της Παλιάς Αθήνας του ’60 και του ’70 και οι παρέες που έγραψαν ιστορία

«Οι μπουάτ ήταν ιερατεία του καλού τραγουδιού. Οι βραδιές στις μπουάτ ήταν ένα είδος μουσικών λειτουργιών».

Οι μικρές μουσικές σκηνές, που αναζητούν τον πυρήνα του τραγουδιού, όπως αυτός παρουσιαζόταν στις θρυλικές μπουάτ της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ολοένα και αυξάνονται. Μόδα ή ανάγκη; Αναζήτηση χαμένης εμπορικής φλέβας χρυσού ή χαμένης αθωότητας; Το «boîte» ή «κουτί», στα ελληνικά, κρύβει πιθανόν πολλές εκπλήξεις ακόμα. Ας το ανοίξουμε.

Γιώγος Νταλάρας και Χάρις Αλεξίου
Γιώγος Νταλάρας και Χάρις Αλεξίου

 

Ο μικρός χώρος με ένα πιάνο, μια κιθάρα και μια φωνή πάνω στη λιλιπούτεια σκηνή, τοποθετημένη σε απόσταση αναπνοής από τους θαμώνες, χρωστά την έμπνευσή του στον Γιώργο Μπουκουβάλα, ο οποίος το 1960 άνοιξε τον «Τιπούκειτο», στην οδό Νικοδήμου στην Πλάκα. Εκεί, όπου τα νοίκια ήταν φθηνά, οι πολυκατοικίες αποκλεισμένες δια νόμου και οι άνθρωποι του μόχθου. Οι νεαροί Λάκης Παππάς και Κώστας Χατζής εμφανίζονται διαδοχικά εκεί και ο κόσμος αρχίζει να συγκεντρώνεται για να ακούσει τα τραγούδια «γυμνά».

Δύο χρόνια μετά, ο χώρος κλείνει, και ο ιδιοκτήτης του ανοίγει το «Συμπόσιο». Όπως περιγράφει και ο Διονύσης Σαββόπουλος στο cd «Καταγραφές» του περιοδικού Ήχος & Hi-Fi: «Πιο υποφωτισμένο μαγαζί δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα· ο κόσμος καθόταν κάτω στο δάπεδο, πάνω σε αρχαίες μαξιλάρες πίνοντας κρασί μέσα από χάλκινα ποτήρια και άκουγε τα καινούργια τραγούδια».

Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι μπουάτ αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην περιοχή. «Απανεμιά», «Αυλαία», «Δώμα», «Εσπερίδες», «Ερωτόκριτος», «Ζώδια», «Καρυάτις», «Κατακόμβη», «Κιβωτός», «Λεωνίδας», «Λήθη», «Λημέρι», «Λυχνάρι», «Νεφέλες», «Ρουλότα», «Σκορπιός», «Σούσουρο», «Σοφίτα», «Στοά», «Συμπόσιο», «Στέκι του Γιάννη», «Σχολείο», «Ταβάνια», «Τετράδιο», «Τζάκι», «Χάντρες», «Χρυσό Κλειδί», ατελείωτος ο κατάλογος. Οι περισσότερες συγκεντρωμένες στην Πλάκα, επί των οδών Μνησικλέους και Θόλου. Και εκτός Αθηνών, στη Μύκονο, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Ύδρα, από τις αρχές του ’60, οι χώροι ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλον.

Ενδεικτικό της αποδοχής των μπουάτ ήταν οι μέχρι και τρεις παραστάσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα: 8-10, 10-12, 12-2 μετά τα μεσάνυχτα. Κύριο χαρακτηριστικό τους, η άμεση επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο κοινό. Η Μαρίζα Κωχ επιχειρεί έναν ορισμό αυτών των χώρων: «Η μπουάτ για μένα ορίζει μια εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας αυτοκινήτου πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας».

Ο Σαββόπουλος, ο οποίος ανδρώθηκε μουσικά στις μπουάτ, μας επισημαίνει: «Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα. Με μία κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να ‘σαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις». Και αναπολώντας συνεχίζει: «Στη "Στοά", 1964-65. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη και το Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη "Ρουλότα" ’65-’66. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο Μικρούτσικο ως πιανίστα».

Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, παιδί και αυτός των ίδιων χώρων καταθέτει τη δική του αναφορά στην ιστοσελίδα MusicHeaven: «Τον Ιούνιο του 1968 κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα και ο Πατσιφάς φρόντισε να με βάλει δίπλα στο Γιώργο Ζωγράφο κι αυτός ανέλαβε να με συστήσει στο εξαιρετικό κοινό που γέμιζε κάθε βράδυ την αυλή της μπουάτ "11" που βρισκόταν στο νούμερο 11 της Κυδαθηναίων. Τραγουδούσα μπροστά στην αφρόκρεμα του πνεύματος και έκανα γνωριμίες με σπουδαίους ανθρώπους. Για μένα ήταν η αυλή του παραδείσου. Δεν έβλεπα την ώρα πότε θα βραδιάσει για να ξαναζήσω τη μαγεία».

 

 

Το 1964 η μουσική που ακουγόταν στις μπουάτ απέκτησε και όνομα: «Νέο Κύμα». Νονός ο Αλέκος Πατσιφάς και η νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Λύρα. «Νέο Κύμα» κατά το γαλλικό «nouvel vague». Οι μουσικοί του είτε μόλις είχαν αποφοιτήσει από το σχολείο (Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη) είτε ήταν φοιτητές (η Αρλέτα και ο Νίκος Χουλιαράς σπούδαζαν στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιώργος Κοντογιώργος σπούδαζε ιατρική και ο Μιχάλης Βιολάρης ήταν φοιτητής φιλολογίας).

Εξέχουσα μορφή τους και ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Ζωγράφος που είχε ξεκινήσει ως ηθοποιός, απόφοιτος της Σχολής του Κουν. Πρωτοτραγούδησε στην μπουάτ «Θαλάμη» της Μυκόνου κάνοντας στη συνέχεια σπίτι του για δυο δεκαετίες τις πλακιώτικες μπουάτ.

Ο Γιάννης Σπανός γράφει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες, εμπνεόμενος και από τις παρισινές μνήμες του. Άλλοι γνωστοί συνθέτες που συνδέουν την τέχνη τους με το Νέο Κύμα είναι ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Νότης Μαυρουδής, ενώ ποιητικές προσωπικότητες όπως ο Άκης Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και ο Κώστας Κωτούλας προσφέρουν στίχους.

Η μπαλάντα αποτελεί το βασικό μορφολογικό πυρήνα του Νέου Κύματος, το οποίο όμως γεννά και νησίδες λαϊκού ήχου, παραδοσιακών προσμίξεων, ή ροκ πειραματισμού. Όλα, με μιαν αύρα ανεμελιάς, αθωότητας και καλώς εννοούμενου ερασιτεχνισμού. Ο Σαββόπουλος, πάλι στο cd «Καταγραφές», αφήνει αινιγματικά ερωτήματα γύρω από την ουσία αυτού του ρεύματος: «Κι εγώ Νέο Κύμα είμαι. Δεν μας έλειψε το ταλέντο, ούτε ο πόθος του αγνώστου. Κι όμως, από όλη αυτή την ιστορία δεν έμεινε παρά μόνο το αεράκι μιας ελαφρότητος. Γιατί; Μήπως επειδή ό,τι πετύχαμε ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι ονειρευτήκαμε και θα θέλαμε; Ή μήπως ζήσαμε αυτή την τεράστια διαφορά σαν κάτι ελαφρύ και διασκεδαστικό»;

Τα υπαρκτά ερωτήματα γύρω από το Νέο Κύμα και την κληρονομιά του δεν αναιρούν τη σημασία της συνάντησής αυτού του τραγουδιού με τις μπουάτ. Ο Νίκος Μαμαγκάκης αποτιμά γενναιόδωρα τον χαρακτήρα αυτών των χώρων: «Οι μπουάτ ήταν ιερατεία του καλού τραγουδιού. Οι βραδιές στις μπουάτ ήταν ένα είδος μουσικών λειτουργιών. Πήγαιναν νέοι άνθρωποι που είχαν μια φαντασία και ένα όραμα, και άκουγαν κατεξοχήν υψηλή, μελοποιημένη ποίηση. Και ήταν και πρόσφορες, φτηνές, δεν χρειαζόταν να έχεις πολλά λεφτά για να πας».

Το αίσθημα που εξέφρασαν οι μπουάτ περιγράφει εύστοχα και ο Μανώλης Ρασούλης («Εδώ είναι του Ρασούλη», εκδ. Ιανός): «Ήταν οι δικοί μας χώροι. Πήγαινες μ’ ό,τι ρούχα φορούσες. Καθόμασταν δίπλα-δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε μια νέα εθνική συνειδητότητα». Αυτή η συνειδητότητα ορίζεται και πολιτικά, μέσα από μια νεολαία και μιαν εποχή που έβραζαν.

Ο Σαββόπουλος προσδιορίζει τις πηγές του κινήματος των μπουάτ ως εξής: «Ήταν η εποχή της ελπίδας διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από τα κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της. Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια, αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να τις επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ».

 

 

Τόπος γνωριμίας, λοιπόν, οι μπουάτ και συνάντησης. Όχι μόνο απλοί μουσικοί χώροι, κέντρα διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Αυτό μας τονίζει και ο Γιάννης Κούκλης, ο οποίος επί 50 χρόνια ζει και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην οδό Μνησικλέους και πρόκειται εν έτει 2010 να ανοίξει εκεί μια καινούργια μπουάτ, ένα μουσικό καφενείο, όπως το ονομάζει: «Οι μπουάτ, αν δεν είχαν προοδευτικά μηνύματα, δεν μπορούσαν να σταθούνε. Ήταν προορισμένες για τους νέους αλλά και για τον απλό, φτωχό λαό. Ερχόντουσαν σε αυτές και πίνανε το βερμουτάκι τους, το κρασάκι τους, την πορτοκαλάδα τους και πλήρωναν ένα φθηνό εισιτήριο. Στις μπουάτ ερχόντουσαν και ποιητές και παρουσίαζαν τα ποιήματά τους. Θυμάμαι τακτικό θαμώνα τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Γινόντουσαν συζητήσεις για το τραγούδι, την τέχνη, την πολιτική…».

Στις μπουάτ παίζονταν και δοκιμάζονταν ζωντανά τα καινούργια τραγούδια, ενώ γίνονταν ακόμα και τυχαίες συναντήσεις συνθετών και στιχουργών που γεννούσαν με τη σειρά τους νέες συνεργασίες. Ενδεικτικά, στη βιογραφία του Μάνου Λοΐζου («Μάνος Λοΐζος …η δική του ιστορία», εκδ. Σύγχρονη Εποχή»), ο Θανάσης Συλιβός σημειώνει: «Το 1964, μαζί με τον Σαββόπουλο και τη Φαραντούρη, ο Μάνος δουλεύει σε μια μπουάτ στο Κολωνάκι, τη "Στοά". Εκεί γνωρίζεται με την Κωστούλα Μητροπούλου (…). Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μάνος γνωρίζεται με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε μια μπουάτ, όπου τραγουδούσε ο Ζωγράφος».

Το κίνημα των μπουάτ - γιατί περί κινήματος επρόκειτο – ανακόπτεται, όπως και τόσες άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού, από τη Χούντα των συνταγματαρχών. Αλλά, η πολιτική διάστασή του εντείνεται. Στην ανέκδοτη αυτοβιογραφία του σε επιμέλεια Κώστα Νέλλα, ο Βαγγέλης Ντίκος, ο ιδιοκτήτης της «Απανεμιάς», τονίζει: «Οι μπουάτ υπήρξαν στέκια ανθρώπων συνήθως αριστερής πολιτικής τοποθέτησης. Ο κόσμος αυτός όταν έγινε δικτατορία συνέχισε να έρχεται εδώ. (…) Πολλές φορές κάποιος ή από τους τραγουδιστές ή από τους πελάτες φύλαγε τσίλιες στην πόρτα όταν τραγουδούσαμε ένα απαγορευμένο τραγούδι, μην τυχόν φανεί κάποιος άντρας της ασφάλειας ή της Ε.Σ.Α.».

Στο υπόγειο μιας τέτοιας μπουάτ, το 1973 - «Αγρύπνια» το όνομά της και είκοσι μέρες η «ζωή» της ελέω δικτατορίας - κατέβηκε ο Νίκος Ξυλούρης για να ακούσει και ο ίδιος την παράσταση του Χρήστου Λεοντή, για την οποία είχε δημιουργηθεί θόρυβος. Όπως μας λέει ο συνθέτης, εκεί γνωρίστηκε με τον Ξυλούρη και εκεί οφείλει τη γέννησή του, ένας από τους σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών: το «Καπνισμένο Τσουκάλι», τα μελοποιημένα, δηλαδή, ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.

Μετά τη Χούντα, η έξαρση του πολιτικού τραγουδιού περνάει και στις μπουάτ, με κύριο εκφραστή τον Πάνο Τζαβέλα και το «Λημέρι» του, όπου ακούγονται κάθε βράδυ τα Αντάρτικα. Προωθημένες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Νικόλα Άσιμου και του Γιάννη Ζουγανέλη με το «Σούσουρο» της οδού Αδριανού, ένα είδος μπουάτ - πολιτικού καμπαρέ, ολοκληρώνονται άδοξα. Η εμφανής κληρονομιά της Δικτατορίας και οι αφανείς διαδικασίες ομογενοποίησης της Μεταπολίτευσης με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έχουν ήδη συμβάλλει καθοριστικά στην αρχή του τέλους των μπουάτ. Από τα μέσα του ’70, η διαδρομή τους συνεχίστηκε με κατεβασμένες όμως πια τις ταχύτητες.

Η περιοχή της Πλάκας αρχίζει να αλλάζει, οι μπουάτ γίνονται ταβέρνες και κοσμικά κέντρα, δημιουργούνται νέες μεγαλύτερες σκηνές (οι οποίες εξ ορισμού δεν μπορούν να αναβιώσουν το κλίμα των μπουάτ), οι τραγουδιστές «αυξάνουν» τις απαιτήσεις τους και το τραγούδι ακολουθεί το δρόμο της ΕΟΚ… Η Μαρίζα Κωχ δε μασάει τα λόγια της: «Στην Πλάκα μετά τη μεταπολίτευση, το ’74, έσκασε μύτη μια ομάδα ανθρώπων με πολλά χρήματα, οι οποίοι ήταν από τη Λαχαναγορά. Χρηματοδότησαν το «Θεμέλιο», την «Αρχόντισσα», τρεις-τέσσερις μπουάτ που μεγάλωσαν και έγιναν «σαν βαπόρια». Αυτοί έρχονταν με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα, δέσμες. Άλλαξαν οι καρέκλες, έγιναν καθίσματα καφενείου, ήρθαν τα μεγάλα μεροκάματα, μπήκαν οι νέοι καλλιτέχνες, οι φίρμες της εποχής».

Στη δεκαετία του ‘90 τα πράγματα χειροτερεύουν, δεδομένης και της απουσίας του αντίστοιχου τραγουδιού που θα μπορούσε εν δυνάμει να υποστηρίξει τέτοιους χώρους. Οι μουσικές σκηνές που γεννιούνται εκείνη την περίοδο ως αντίδραση στις μεγάλες πίστες φέρουν λίγο από το άρωμα των μπουάτ, ο μαρασμός των οποίων όμως συνεχίζεται αδιάκοπα. Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 2000, όταν και οι παραδοσιακές μπουάτ περιορίζονται στις εξής τρεις: «Εσπερίδες», «Απανεμιά», «Βάτραχοι». Αξίζει να μνημονεύσουμε ξεχωριστά και τις τρεις, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες συνεχίζουν τη λειτουργία τους.

Οι «Εσπερίδες» υπήρξε ο χώρος του Γιάννη Αργύρη, του «πατριάρχη των μπουάτ». Τραγουδιστής και στιχουργός ο ίδιος, έξοχος μίμος και σατυρικός ηθοποιός, χάρισε το λόγο του σε τραγούδια-σταθμούς του Νέου Κύματος: «Έλα μαζί μου», «Πάει κι αυτή η Κυριακή», «Κάποιος γιορτάζει», «Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς».

 

Ο Βαγγέλης Γερμανός και ο Διονύσης Σαββόπουλος

Σε μια κουβέντα του με τον αείμνηστο Πάνο Γεραμάνη («Η ζωή μου ένα τραγούδι», εκδ. Καστανιώτης»), ο Αργύρης μνημόνευσε τα εξής: «Έδωσα πραγματικές μάχες με το εμπορικό κατεστημένο της μουσικής και με τον λαϊκισμό για να περάσει η αντίληψη των μπουάτ στις αρχές του ’60». Σε αυτές τις μάχες, ο Αργύρης βγήκε νικητής, κρατώντας τη φλόγα του ’60 ζωντανή στις «Εσπερίδες», από το 1964 ως και το 2004, όταν και έκλεισε ο χώρος.

Σήμερα ο Γιάννη Αργύρης, απών από τα μουσικά πράγματα λόγω μιας σοβαρής ασθένειας που το ταλαιπωρεί από τις αρχές της δεκαετίας, παραμένει παρών στις συνειδήσεις και στις καρδιές τόσο των τραγουδιστών που πέρασαν από τις «Εσπερίδες» (Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πουλόπουλος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς κ.ά.) όσο και του κοινού.

Οι θαυμαστές του εκφράζονται ακόμα και στο Facebook, στην ομάδα «Εσπερίδες». Εμπνευστής της ένας ερασιτέχνης μουσικός της τελευταίας γενιάς που έπαιξε στις «Εσπερίδες», στις αρχές του 2000, ο Βασίλης Γαλλιάκης μας μεταφέρει θραύσματα στιγμών από εκείνα τα βράδια: «Κοντεύει 21:00 σε λίγο ξεκινάμε... Οι περαστικοί κοιτάνε από το παραθυράκι πάνω από τα σκαλοπάτια· «ή μέσα, ή μέσα» φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Παρέα με τον Αλέξανδρο κουρδίζουμε τις κιθάρες, πίνουμε τσικουδιές και σπάμε πλάκα με τον Γιάννη... Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται. Βλέπεις όλες τις ηλικίες… Τα ηχεία είναι γερασμένα, όπως και η μπουάτ μας αλλά ο κόσμος τραγουδάει μαζί μας και οι πιο τολμηροί ανεβαίνουν στην σκηνή. Χειροκρότημα, «αίσχος» φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Πολλές φορές από τα γέλια δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε! (…) Η ώρα κοντεύει 03:00. Δεχόμαστε παραγγελιές και αφιερώσεις. Ο Βαγγέλης κερνάει. Τραγουδάμε Κατσιμιχαίους, Κηλαηδόνη, Γερμανό, Πάριο, Παπακωνσταντίνου, Σαββόπουλο, Πυξ Λαξ, Θαλασσινό, Ιωαννίδη, Σιδηρόπουλο και Θηβαίο».

 

Από αριστερά: Η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο Γιώργος Νταλάρας, η Τάνια Τσανακλίδου, ο Διονύσης Θεοδόσης και μία φίλη.

Κι όμως οι «Εσπερίδες» έκλεισαν όταν συμπληρώθηκε τριακονταπενταετία και οι ιδιοκτήτες του χώρου έκαναν έξωση στο όνειρο ζητώντας μεγαλύτερο ενοίκιο. Σήμερα ο χώρος παραμένει γυμνός. Κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα βλέπει κανείς ξεθωριασμένες τις φωτογραφίες που διακοσμούσαν τους τοίχους, συνθήματα στους τοίχους, τα περίφημα σκαλάκια της χορταριασμένα…

Ο «υπόγειος ουρανός» όπως μας λέει χαρακτηριστικά σήμερα ο Γιάννης Αργύρης έχει μετατραπεί σε ένα βρώμικο υπόγειο. Κι όμως δεν του άξιζε τέτοιο μέλλον. Σε ένα χώρο όπου κάθε βράδυ για τόσες δεκαετίες νέοι και νέες συναντιόνταν για να αναπνεύσουν τα τραγούδια και τα αστεία νούμερα, όπου όπως θυμάται ο Αργύρης «είχε έρθει μέχρι και ο Όρσον Γουέλς, ο μεγάλος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο μάλιστα μια κυρία μπέρδεψε με τον Μάνο Χατζιδάκι», όπου «αρκετές φορές είχε έρθει ο Ωνάσης» και όπου «το κοινό δεν διακρινόταν σε πράσινους, κόκκινούς ή μπλε», «η αδιαφορία της πολιτείας και πιο συγκεκριμένα της Ντόρας Μπακογιάννη όταν ήταν Δήμαρχος της Αθήνας» συνεχίζει να είναι επιδεικτικά χαρακτηριστική. Ούτε καν σε επίπεδο τιμητικής σύνταξης…

Στριμωγμένη στην οδό Θόλου, το ιστορικό σοκάκι της Πλάκας και πλάι στις εγκαταλειμμένες «Εσπερίδες», η «Απανεμιά» με τον Βαγγέλη Ντίκο στο τιμόνι της κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της «μπουατικής» διασκέδασης. Τον χώρο ανοίγει το 1964 ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας, ενώ από τη σαιζόν ’70-’71 περνάει στα χέρια του Ντίκου. Το 1977 ο Ντίκος κυκλοφορεί στην Columbia τα «Τραγούδια της Απανεμιάς», ένα δίσκο με 12 αντιπροσωπευτικά τραγούδια του χώρου και του κοινού του.

Σήμερα, η συγκεκριμένη μπουάτ είναι ένας δημοφιλής χώρος ψυχαγωγίας, κόντρα στα σημεία των καιρών, και φιλοξενεί ένα μίγμα νέων αλλά και παλαιότερων καλλιτεχνών.. Με την εμπειρία δεκαπέντε χρόνων στη σκηνή της Απανεμιάς, ο Θεόφιλος Μήτσης παρατηρεί το κοινό: «με ενθουσιάζει ότι έρχεται πάρα πολύ νεολαία, η πλειοψηφία είναι ηλικίας 16-17 μέχρι 27-30 ετών. Τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο λίγη η νεολαία, πιο μαζεμένη… Η νεολαία ξέρει τα τραγούδια, ακόμα και τραγούδια που δεν ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς». Ενώ ο Βαγγέλης Κορομηλής περιγράφει το στόχο που υπηρετεί η παρουσία του στην Απανεμιά: «να μνημονεύω και να υποστηρίζω τα τραγούδια και τους ποιητές που έγραψαν υγιή πράγματα. Η μπουάτ ‘Απανεμιά’ είναι μία όαση, ένας οίκος τέχνης. Ένα κρυφό σχολείο. Και θα γυρίσει πάλι εδώ το πράγμα. Αυτοί οι χώροι οι μικροί είναι οι ανθρώπινοι».

Οι «Βάτραχοι» στη Σόλωνος είναι νεότεροι της «Απανεμιάς», κρατάνε από το 1983 με πρωτεργάτη τον Γιώργο Αραπάκη, και από φέτος στο τιμόνι τους συνεχίζουν με τον τραγουδοποιό Μιχάλη Κλεάνθη. Ο Κλεάνθης έχει μακρά θητεία στο χώρο από το 1989, έχοντας περάσει και από τα σχολεία των «Εσπερίδων» και της «Απανεμιάς».

Οι «Βάτραχοι» αυτοαποκαλούνται «ανεξάρτητος χώρος έκφρασης», χώρος που όμως αποπνέει άμεσα λίγο από το άρωμα των μπουάτ. Σε αυτόν έχουν παίξει κατά καιρούς ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Βασίλης Καζούλης, ο Δημήτρης Παναγόπουλος, ο Σταμάτης Μεσημέρης, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Νικόλας Άσιμος κ.ά.

Ο Κλεάνθης μας περιγράφει το στίγμα του χώρου: «Δεν κρυβόμαστε πίσω από τα φώτα και τα ηχητικά τερτίπια της εποχής. Λέμε την αλήθεια έτσι όπως ακριβώς τη νιώθουμε. Εκφράζουμε όσο μπορούμε τον φρέσκο, τον ανήσυχο νου. Τα παιδιά που παίζουν δεν βιοπορίζονται αποκλειστικά από τη μουσική, έχουν όμως τέτοιο μουσικό επίπεδο που θα μπορούσαν να παίξουν άνετα σε οποιοδήποτε μουσικό σχήμα. Σήμερα στις παραστάσεις μας παίζουμε τραγούδια σύγχρονα (κυρίως τραγουδοποιών) αλλά και παλαιότερα… Γενικότερα πάντως μια μπουάτ για μένα είναι σαν να έρχεται κάποιος στο σπίτι σου και να τον κερνάς γλυκό σταφύλι και να του δίνεις ένα ποτήρι νερό. Να μη μεταχειρίζεσαι τους ακροατές ως πελάτες».

 

Μάνος Λοΐζος

Οι μπουάτ, λοιπόν, αποτέλεσαν μία από τις πιο υγιείς, ζωντανές και άμεσες εκφάνσεις του ελληνικού τραγουδιού ως τρόπου ψυχαγωγίας και επικοινωνίας. Η αναγέννησή του κλίματος της μπουάτ, όχι ως μνημόσυνο και νεκρολογία αλλά ως σύγχρονη πρόταση με άποψη και λόγο ύπαρξης, είναι ένα ενδεχόμενο που μας γεννά χαρά και αισιοδοξία. Αν μη τι άλλο, ο αυθορμητισμός και η απλότητα των μουσικών «κουτιών» είναι στοιχεία που λείπουν από το τραγούδι μας, και από τις νυχτερινές του περιπλανήσεις σε μεγάλες πίστες και μουσικές σκηνές. Ο θόρυβος από τα πιάτα, τα ποτήρια και την οχλαγωγία των θαμώνων είναι στοιχείο αντίθετο της λογικής των μπουάτ.

Η επιβίωση όσων λειτουργούν ακόμα και η διάδοση της αισθητικής τους σε ένα ευρύτερο κοινό είναι ένα στοίχημα που μπορεί και πρέπει να κερδηθεί. Αρκεί να βρεθούν τα σημεία συνάντησης με την τωρινή εποχή. Με τα λόγια του Διονύση Σαββόπουλου: «Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ‘μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο».

Του Σπύρου Αραβανή και του Ηρακλή Οικονόμου (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ)