Από τον Γιάννη Πετρίδη

Θυμήθηκα τον Jonathan Richman  τoν Αμερικανός  που το 1988 είχε έλθει για εμφανίσεις στη χώρα μας και την εντύπωση που μου είχε κάνει η απλότητά του στις λίγες ώρες που μείναμε μαζί τριγυρίζοντας στην Αθήνα και τρώγοντας σε ταβέρνα της Φωκίωνος Νέγρη, λίγες ώρες μετά την εμφάνισή του.

 

Σημαντικοί καλλιτέχνες γι' αυτόν, που όπως έλεγε έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του ως μουσικού, ήταν οι Buddy Holly, Velvet Underground και ο Iggy Pop με τους Stooges, αλλά και διάφοροι μουσικοί της τζαζ.

 

Σε αντίθεση μάλιστα με τη ζωή καλλιτεχνών που θαύμαζε, ο Richaman δεν είχε καμία σχέση με τα ναρκωτικά και την αυτοκαταστροφή, προτιμούσε την υγιεινή διατροφή και του άρεσε να παίζει μουσική για αρρώστους σε νοσοκομεία, ενισχύοντας σημαντικά τον χαρακτηρισμό του «καλό παιδί».

 

Ο Jonathan ανήκει σε μια κατηγορία καλλιτεχνών που μπορεί να μην έκαναν ποτέ τη μεγάλη επιτυχία, αλλά όμως είναι πάντα καταξιωμένοι στους φίλους του ροκ για την αξιόλογη προσφορά τους στο τραγούδι, που δείγματά της συναντάμε συχνά σε νεότερους καλλιτέχνες.

 

Ο γεννημένος στη Βοστόνη καλλιτέχνης είναι ένας από τους βασικούς υπεύθυνους της επαναφοράς του ήχου των Velvet Underground στη δεκαετία του '70, που εξελίχτηκε στην πετυχημένη κίνηση του πανκ.

 

Ηγέτης του συγκροτήματος των Modern Lovers, που μέλη του στις αρχές της δεκαετίας του '70 ήταν ο Jerry Harrison, οργανίστας στη συνέχεια των Talking Heads, και ο μετέπειτα ντράμερ των Cars, David Robinson, ο Jonathan Richman με τραγούδια του όπως τα Roadrunner και Pablo Picasso κέρδισε την εύνοια του κοινού και δεν είναι τυχαίο ότι οι μικροί χώροι όπου εμφανίζεται πια, είναι πάντα ασφυκτικά γεμάτοι.

 

Η αγορά σε cd ενός από τα παλαιότερα άλμπουμ του, στο οποίο υπάρχει το καταπληκτικό τραγούδι του The Neighbors, που λέει ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τους άλλους να ελέγχουν τη ζωή μας, μου θύμισε τον ενθουσιασμό που έδειχνε ο Richman για τους μεγάλους καλλιτέχνες του ροκ της δεκαετίας του '50, σεβόμενος απολύτως την ιστορική προσφορά τους στη μουσική και αναγνωρίζοντας την επίδραση που είχαν σ' αυτόν καλλιτέχνες όπως ο Buddy Holly, τον ήχο του οποίου με τη σειρά του ο Jonathan μετέφερε σε σύγχρονα συγκροτήματα, όπως οι Weezer, που μαζί με τον Beck είναι μάλλον οι πιο επηρεασμένοι μουσικοί από τον ήχο του.

 

Οι Velvet Underground ήταν βέβαια το συγκρότημα που άνοιξε τον δρόμο της μουσικής για τον νεαρό από τη Βοστόνη και η τύχη το έφερε ώστε το 1972 να ηχογραφήσει τα πρώτα του μουσικά δείγματα με τον John Cale, που ήταν από τα βασικά τους μέλη, γι' αυτό άλλωστε και το Road Runner που ηχογράφησε με τους Modern Lovers θυμίζει αρκετά τα φωνητικά τού Lou Reed και είναι επηρεασμένο από το Sister Ray. Το Roadrunner ο Richman το έγραψε όταν ήταν μόλις 18 ετών.

 

Το 1975 ο Richman θα αφήσει τη Νέα Υόρκη και θα πάει να δοκιμάσει την τύχη του ως σόλο καλλιτέχνης στην Καλιφόρνια, όπου όμως ένα χρόνο αργότερα θα δοκιμάσει πάλι να ενεργοποιήσει τους Modern Lovers έχοντας ως μέλος τον Dave Robinson, λίγο πριν αυτός πάει στους Cars, και μέλη από τα συγκροτήματα Earth Quake και Rubinoos.

 

Τα περισσότερα από τα τραγούδια του με τους Modern lovers είχαν ερωτικό περιεχόμενο, όπως τα Someone Ι Care About, Girl Friend και σε κάποιο βαθμό και το Pablo Picasso, υπήρχε όμως και η άλλη σκοτεινή πλευρά του συνθετικού του ταλέντου με τα She Cracked και Hospital, που περιέγραφαν τη δυσκολία των σχέσεων με το αντίθετο φύλο.

 

Παρά την καλλιτεχνική θετική αποδοχή που είχε στην Αμερική, ο Jonatahan ήταν πιο αγαπητός στη Βρετανία, όπου γνώρισε και επιτυχία με το Roadrunner, αλλά και με τη διασκευή του σ' ένα τραγούδι της ρέγκε, που είχε ηχογραφήσει ο μουσικός από την Τζαμάικα Earl Zero, με τίτλο None Shall Escape The Judgment και ο Richman το ηχογράφησε σαν Egyptian Reggae.

 

Αρκετοί στη Βρετανία τον ανέφεραν ως Νονό του κινήματος πανκ και το Roadrunner διασκευάστηκε τότε από τους Sex Pistols. Αρκετά χρόνια αργότερα το ίδιο τραγούδι θα διασκευάσει η Joan Jett, ενώ το Pablo Picasso ηχογράφησε το 1975 ο John Cale στο άλμπουμ του Helen Of Troy. Το ίδιο τραγούδι ερμήνευσε και ο David Bowie στο άλμπουμ του Reality.

 

Ο Frank Black των Pixies θα γράψει για τον Richman το The Man Who Was Τοο Loud και το συγκρότημα των Hold Steady θα γράψει γι' αυτόν το Jonathan, που υπάρχει στο δεύτερο άλμπουμ τους How Το Meet Girls.

 

Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη αυτών που είναι φανατικοί φίλοι του πανκ και τον κατηγόρησαν αργότερα ότι η μουσική του έγινε πολύ απαλή σε σχέση με το πανκ, αλλά η απάντηση του Richman σε αυτό ήταν ότι δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από το να μεταφέρει κανείς την ευτυχία με τα τραγούδια του και αυτό προσπαθεί να κάνει τραγουδώντας για τη διασκέδαση και τη βελτίωση των ανθρώπινων σχέσεων.

 

Αρκετά από τα τραγούδια του συχνά έχουν την αφηγηματική δομή που έχουν τα τραγούδια τού Tom Waits, ενώ όσον αφορά το ερωτικό σκέλος ομοιότητες υπάρχουν και με τα τραγούδια του Bruce Springsteen.

 

Ενας φίλος του έλεγε παλαιότερα γι' αυτόν, θέλοντας να τον περιγράψει, ότι μοιάζει με τον Dustin Hoffman -ο Jonathan πλησιάζοντας τα 40 είχε ακόμη αυτό το παιδικό πρόσωπο- και κινείται σαν τον Mick Jagger, θέλοντας να περιγράψει την ενεργητικότητα που έχει στη σκηνή, ακόμη και σήμερα στα 60 του χρόνια που δεν έχει πάψει να κάνει συνέχεια εμφανίσεις θυμίζοντας στους φίλους του τις παλιές καλές στιγμές. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία του Jonathan Richman σε τρεις από τις ταινίες των Farrelly Brothers, που προφανώς είναι φανατικοί φίλοι της μουσικής του. Πρώτα ως μέλος ντουέτου στο There's Something About Mary του 1998, ενώ είχε κάνει παλαιότερα μια σύντομη εμφάνιση στο Kingpin και τραγουδά το As We Walk Το Fenway Park στην κωμωδία του 2005 Fever Pitch.

 

Από τις πιο εκκεντρικές καλλιτεχνικές φιγούρες στον χώρο του ροκ, με σαφείς προσεγγίσεις και σε άλλα μουσικά είδη, όπως η λάτιν μουσική, το garage rock και η κάντρι, με την οποία ασχολήθηκε κυρίως προς τα τέλη της δεκαετίας του '80, έχει στο ενεργητικό τα τρία πρώτα σημαντικά άλμπουμ με τους Modern Lovers, το Rockin' & Romance του 1985 στο οποίο τραγουδά για ήρωες του, όπως ο Vincent Van Gogh, το Ι, Jonathan του 1992, που τον περνάει σε μια άλλη εποχή, που μας δείχνει την ωριμότητα των 41 πια χρόνων που κουβαλά, και το You Must Ask The Heart του 1995, που ηχογραφήθηκε με παραγωγό τον Brennan Totten και, μεταξύ άλλων δικών του τραγουδιών, περιλαμβάνει και τις διασκευές του στο Herat Of Saturday Night του Tom Waits και Nothing Can Chance This Love του Sam Cooke.

 

Ενας καλλιτέχνης με φανατικούς φίλους και στην Ελλάδα, όπου συνεχίζει να έρχεται κατά καιρούς για διακοπές ή για εμφανίσεις σε μικρούς σχετικά συναυλιακούς χώρους, ο Jonathan Richman είναι από τους μουσικούς που ο χρόνος δικαιώνει τις επιλογές τους.