Πριν απ' τον Γιάννη Διακογιάννη, υπήρχε ο Μιχάλης Γιαννακάκος, φωνή του ραδιοφώνου, που άφησε εποχή με τις μεταδόσεις των ποδοσφαιρικών αγώνων.

 

Δείγμα τους έχει καταγράψει ο Βασίλης Γεωργιάδης στην ωραία του ταινία «Οι άσσοι του γηπέδου». Από τα παλαιότερα στελέχη της νεογέννητης Ελληνικής Ραδιοφωνίας, ο Γιαννακάκος είχε ξεκινήσει σαν απλός εκφωνητής, καινούριο τότε επάγγελμα. Στα χρόνια του Εμφύλιου τον θυμάμαι να εκφωνεί κείμενα με καυτό πολιτικό περιεχόμενο σε βραδυνές εκπομπές που άρχιζαν και τέλειωναν με εμβατήρια: «Πάνω εκεί στης Πίνδου μας τις κορφές» και «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Όταν πια μπήκα εγώ στην Ραδιοφωνία τον Φεβρουάριο του '60, βρήκα τον Μιχάλη Γιαννακάκο με βαθμό διευθυντή.

 

Στα μέσα εκείνης της δεκαετίας τού αναθέσανε να οργανώσει την Κρατική τηλεόραση, που τότε θα ξεκινούσε. Αργότερα, αρχές της δεκαετίας του '70, πέρασε ξανά απ' το ραδιόφωνο και πρότεινε στους παραγωγούς, ή μάλλον σε κάποιους από μας, να καλύψουμε μια ειδική απογευματινή μουσική ζώνη, που είχε σκεφτεί να δημιουργήσει.

 

Η Σοφία Μιχαλίτση ανέλαβε να παρουσιάσει το «Τραγούδι της Αμερικής» από τον 19ο αιώνα ως τα μισά του 20ού, τότε άρχισε να μιλάει στο μικρόφωνο και η Μαρία Μαλατέστα, ενώ απο την δική μου τη μεριά πρότεινα μια Κυριακάτικη εκπομπή βασισμένη στο Billboard, που θα την μοιραζόμουνα με έναν καλό μου φίλο, τον Γιάννη Πετρίδη, που μέχρι τότε έκανε στο ραδιόφωνο μόνο τα διαφημιστικά προγράμματα των δισκογραφικών εταιριών από όπου είχε περάσει.

 

Πρώτα της Music box, της ΕΛΛΑΔΙΣΚ κατόπιν. Η εκπομπή μας θα λεγόταν «Καλοκαίρι '72» και όσο θα κρατούσε, λίγο πάνω από χρόνο, θα άλλαζε τίτλο ανάλογα με την εποχή και το έτος. Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη έως και καλοκαίρι '73. Ήταν ηχογραφημένη εκπομπή και θυμάμαι τον Γιάννη νά' ρχεται στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου στις 9 τα βράδια της Τετάρτης γεμάτος κέφι και όρεξη, με ένα σωρό ιδέες, φορτωμένος με τους δίσκους μιας ήδη πολύ πλούσιας δισκοθήκης. Κάποια στιγμή που θα τραγουδούσε ο Nicola di Bari στην Αθήνα, «δεν πάμε να τού πάρουμε συνέντευξη;» έριξε την ιδέα ο Γιάννης.

 

Από την ΕΡΤ, ΕΙΡΤ ακόμα τότε, αρνήθηκαν, κάνοντας οικονομία, να μας δώσουν συνεργείο και πήγαμε με ένα μικρούλι κασετόφωνο του Γιάννη. Ο Νικόλα που αγνοούσε την ελληνική λέξη καλάμι, ήταν εξαιρετικά φιλικός και απλός μαζί μας και σε ό,τι τον ρωτούσαμε, απαντούσε. Την επομένη της εκπομπής με κάλεσε στο γραφείο του, ο Μιχάλης Γιαννακάκος. «Τι μουτζούρα ήταν αυτό που βγάλατε στον αέρα χτες το απόγευμα; Ο ήχος ήταν χάλια!» Τού εξήγησα τί ακριβώς είχε συμβεί. Να μην το ξανακάνετε, μού είπε. Αλλά ούτε και χρειάστηκε. Σε λίγο ολόκληρη η ζώνη καταργήθηκε και τον Γιαννακάκο τον πήγανε αλλού.

 

Όταν το 1975 ήρθε στη Ραδιοφωνία ο Μάνος Χατζιδάκις ήμουνα πια υπεύθυνος στο Δεύτερο. Για το καινούριο πρόγραμμα που μού ζήτησε ο Μάνος, μεταξύ των άλλων του πρότεινα και νέα συνεργασία Πετρίδη-Παπαστεφάνου. Και ο ίδιος και ο Μάικ Ροζάκης, που ήταν το δεξί του χέρι τότε, το θέλανε πολύ. Για δικούς μου λόγους όμως, είπα εν τέλει όχι και ο Γιαννάκης ξεκίνησε χωρίς εμένα, με τον Κώστα Ζουγρή πολύτιμο συνεργάτη, μια εκπομπή που θα γινόταν από τις μακροβιότερες μουσικές του ελληνικού ραδιοφώνου.

 

Το «Ποπ και ροκ κλαμπ» που έγραψε ιστορία και μεγάλωσε γενιές. Αφού όμως ήρθε ο Νικόλα ντι Μπάρι στην κουβέντα μας, ας τον δούμε κι ας ακούσουμε για λίγο, για να τον θυμηθούμε σε ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του. Από το 1970, La prima cosa bella.

 

 

Γιώργος Παπαστεφάνου