Η ταινία I Am Cuba (Soy Cuba, 1964), σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Καλατόζοφ, αποτελεί ένα μοναδικό κινηματογραφικό έργο που συνδυάζει πολιτική προπαγάνδα, ποιητικό ρεαλισμό και εντυπωσιακή κινηματογράφηση. Γυρισμένη λίγο μετά την Κουβανική Επανάσταση, η ταινία λειτουργεί ως ένας ύμνος στην επαναστατημένη Κούβα, παρουσιάζοντας τις κοινωνικές αδικίες του προεπαναστατικού καθεστώτος και την ανάγκη για ριζική αλλαγή. Αν και αρχικά απορρίφθηκε τόσο στην Κούβα όσο και στη Σοβιετική Ένωση, αργότερα επανεκτιμήθηκε και σήμερα θεωρείται αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Η αφήγηση της ταινίας δεν ακολουθεί μια κλασική γραμμική δομή, αλλά αποτελείται από τέσσερις χαλαρά συνδεδεμένες ιστορίες, καθεμία από τις οποίες εστιάζει σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες της Κούβας πριν την επανάσταση. Μέσα από αυτές τις ιστορίες –μια φτωχή αγρότισσα, έναν φοιτητή επαναστάτη, έναν εργάτη και έναν αντάρτη– η ταινία αποκαλύπτει τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και τη βία που χαρακτήριζαν το καθεστώς του Μπατίστα. Η ίδια η Κούβα προσωποποιείται και λειτουργεί ως αφηγήτρια, δίνοντας στην ταινία έναν λυρικό και σχεδόν μυθικό τόνο.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του I Am Cuba είναι η κινηματογράφηση του Σεργκέι Ουρούσεφσκι. Τα μακρά μονοπλάνα, οι περίπλοκες κινήσεις της κάμερας και τα τολμηρά πλάνα δημιουργούν μια αίσθηση ρευστότητας και ελευθερίας, που αντικατοπτρίζει το επαναστατικό πνεύμα της ταινίας. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή όπου η κάμερα κατεβαίνει από την ταράτσα ενός ξενοδοχείου σε μια πισίνα γεμάτη κόσμο, χωρίς εμφανές κόψιμο, καταργώντας τα όρια μεταξύ χώρων και κοινωνικών τάξεων. Η τεχνική αυτή δεν λειτουργεί απλώς ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά ενισχύει το ιδεολογικό μήνυμα της ταινίας.
Παράλληλα, η ταινία χρησιμοποιεί έντονα συμβολικά στοιχεία. Η ζάχαρη, βασικό προϊόν της κουβανικής οικονομίας, εμφανίζεται ως σύμβολο εκμετάλλευσης, ενώ η φωτιά και η καταστροφή των χωραφιών υποδηλώνουν τη ρήξη με το παρελθόν. Οι χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται ως πλήρως ανεπτυγμένες ψυχολογικές οντότητες, αλλά ως φορείς κοινωνικών ρόλων, κάτι που ενισχύει τον συλλογικό χαρακτήρα της επανάστασης.
Αν και το I Am Cuba έχει σαφή προπαγανδιστική διάσταση, η καλλιτεχνική του αξία υπερβαίνει το πολιτικό του πλαίσιο. Η ποιητική του γλώσσα, η συναισθηματική ένταση και η οπτική καινοτομία το καθιστούν ένα έργο που μιλά όχι μόνο για την Κούβα, αλλά και για την παγκόσμια εμπειρία της καταπίεσης και της αντίστασης. Η μεταγενέστερη αναγνώρισή του από σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα επιβεβαιώνει τη διαχρονική του σημασία. Το I Am Cuba παραμένει μια ταινία που δεν αφηγείται απλώς μια επανάσταση, αλλά προσπαθεί να τη βιώσει κινηματογραφικά.
