Η ταινία «Sanjuro» (1962) του Ακίρα Κουροσάβα αποτελεί μια από τις πιο απολαυστικές και ώριμες στιγμές του ιαπωνικού κινηματογράφου και λειτουργεί ως άτυπη συνέχεια του «Yojimbo» (1961). Αν και ο πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος περιπλανώμενος σαμουράι, η ταινία δεν επαναλαμβάνει απλώς τη συνταγή της προηγούμενης, αλλά εμβαθύνει στον χαρακτήρα του ήρωα και εξερευνά με περισσότερη ειρωνεία και ηθική πολυπλοκότητα τις έννοιες της τιμής, της βίας και της εξουσίας.
Η ιστορία ξεκινά όταν εννέα νεαροί σαμουράι συναντιούνται κρυφά σε έναν ναό, πεπεισμένοι ότι ο ανώτερός τους αξιωματούχος είναι διεφθαρμένος. Οι αγαθές αλλά αφελείς προθέσεις τους τους οδηγούν σε κίνδυνο, καθώς δεν αντιλαμβάνονται πόσο βαθιά είναι ριζωμένη η συνωμοσία που προσπαθούν να αποκαλύψουν. Εκεί εμφανίζεται ο Sanjuro, ένας κυνικός, φαινομενικά τεμπέλης ρονίν, που τους ακούει τυχαία και αποφασίζει να τους βοηθήσει — όχι από ιδεαλισμό, αλλά από προσωπική αίσθηση δικαιοσύνης και ίσως από βαρεμάρα.
Ο Sanjuro, τον οποίο ενσαρκώνει με μοναδική φυσικότητα ο Τοσίρο Μιφούνε, λειτουργεί ως αντίθεση προς τους νεαρούς σαμουράι. Εκείνοι είναι έντιμοι, παρορμητικοί και δεμένοι με τον αυστηρό κώδικα τιμής, ενώ εκείνος είναι πραγματιστής, σαρκαστικός και βαθιά καχύποπτος απέναντι στις επίσημες αρχές. Παρότι τους κοροϊδεύει συχνά για την απειρία και την αφέλειά τους, αναλαμβάνει ρόλο προστάτη και δασκάλου, δείχνοντάς τους ότι η επιβίωση σε έναν διεφθαρμένο κόσμο απαιτεί εξυπνάδα, υπομονή και αυτοσυγκράτηση.
Η πλοκή εξελίσσεται ως ένα παιχνίδι στρατηγικής και εξαπάτησης. Ο Sanjuro κινείται αθόρυβα μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο προδότες, παγίδες και ψεύτικες συμμαχίες, προσπαθώντας να σώσει τους νεαρούς σαμουράι χωρίς να ξεσπάσει ανοιχτή βία. Σε αντίθεση με άλλες σαμουράι ταινίες, εδώ η βία παρουσιάζεται ως έσχατη λύση και όχι ως ένδοξη πράξη. Ο ήρωας επαναλαμβάνει συνεχώς ότι «το καλύτερο σπαθί μένει στο θηκάρι», υπογραμμίζοντας την κεντρική ηθική θέση της ταινίας.
Σκηνοθετικά, ο Κουροσάβα συνδυάζει άψογα το δράμα με το χιούμορ. Οι διάλογοι είναι γεμάτοι ειρωνεία, οι σιωπές εύγλωττες και οι σκηνές δράσης σύντομες αλλά εκρηκτικές. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη είναι η τελική μονομαχία, η οποία, με την απότομη και σοκαριστική της βία, αποδομεί τη ρομαντική εικόνα της ξιφομαχίας και αφήνει τον θεατή με ένα αίσθημα αμηχανίας και προβληματισμού.
Το «Sanjuro» δεν είναι απλώς μια περιπέτεια εποχής, αλλά ένα σχόλιο πάνω στη μετάβαση από τον ιδεαλισμό στον ρεαλισμό, από την τυφλή πίστη στους θεσμούς στη συνειδητή προσωπική ευθύνη. Με τον αντιήρωά του, ο Κουροσάβα μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή σοφία δεν βρίσκεται στην επίδειξη δύναμης, αλλά στη γνώση του πότε να την αποφύγεις. Πρόκειται για μια ταινία που παραμένει διαχρονική, τόσο για τη σκηνοθετική της δεξιοτεχνία όσο και για το βαθιά ανθρώπινο βλέμμα της πάνω στη φύση της ηθικής και της εξουσίας.
