Η ταινία «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Ladri di biciclette, 1948) του Βιτόριο ντε Σίκα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του ιταλικού νεορεαλισμού και μια βαθιά ανθρώπινη απεικόνιση της μεταπολεμικής φτώχειας και κοινωνικής ανασφάλειας. Γυρισμένη στην Ιταλία λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ταινία εστιάζει στην καθημερινή πάλη των απλών ανθρώπων για αξιοπρέπεια και επιβίωση μέσα σε ένα σκληρό κοινωνικό περιβάλλον.
Η ιστορία ακολουθεί τον Αντόνιο Ρίτσι, έναν άνεργο εργάτη στη Ρώμη, ο οποίος βρίσκει επιτέλους δουλειά ως αφισοκολλητής. Η εργασία αυτή, όμως, προϋποθέτει την κατοχή ποδηλάτου. Η οικογένειά του, ζώντας ήδη σε συνθήκες ένδειας, αναγκάζεται να ενεχυριάσει τα λιγοστά της υπάρχοντα ώστε να εξαγοράσει το ποδήλατο και να του δώσει την ευκαιρία να εργαστεί. Το ποδήλατο δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο· είναι το σύμβολο της ελπίδας, της επιβίωσης και της κοινωνικής αποκατάστασης.
Την πρώτη κιόλας μέρα στη δουλειά, το ποδήλατο του Αντόνιο κλέβεται. Από εκείνο το σημείο ξεκινά μια απελπισμένη αναζήτηση στους δρόμους της Ρώμης, μαζί με τον μικρό του γιο, τον Μπρούνο. Η αναζήτηση αυτή διαρκεί μια ολόκληρη μέρα και μετατρέπεται σε ένα οδυνηρό ταξίδι μέσα στη φτώχεια, την αδιαφορία και την ηθική παρακμή της κοινωνίας. Ο Αντόνιο έρχεται αντιμέτωπος με την αδυναμία των θεσμών, την αδιαφορία της αστυνομίας και την ωμή πραγματικότητα ότι οι φτωχοί είναι συχνά ανήμποροι να βρουν δικαιοσύνη.
Η σχέση πατέρα και γιου βρίσκεται στο συναισθηματικό κέντρο της ταινίας. Ο Μπρούνο παρακολουθεί τον πατέρα του να χάνει σταδιακά την αξιοπρέπειά του και την αυτοπεποίθησή του. Παρά τη μικρή του ηλικία, γίνεται μάρτυρας της σκληρότητας του κόσμου των ενηλίκων. Ο ντε Σίκα καταφέρνει με λεπτότητα να δείξει πώς η κοινωνική εξαθλίωση δεν πλήττει μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή, διαβρώνοντας τις ηθικές αξίες και τις οικογενειακές σχέσεις.
Το αποκορύφωμα της ταινίας έρχεται όταν ο Αντόνιο, εξαντλημένος και απελπισμένος, επιχειρεί να κλέψει ο ίδιος ένα ποδήλατο. Η πράξη αυτή δεν παρουσιάζεται ως εγκληματική, αλλά ως αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης και απόγνωσης. Όταν συλλαμβάνεται μπροστά στα μάτια του γιου του, η ταπείνωση είναι ολοκληρωτική. Τελικά αφήνεται ελεύθερος, αλλά η ηθική του ήττα είναι βαθύτερη από οποιαδήποτε νομική τιμωρία.
Ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» ξεχωρίζει για τον ρεαλισμό του: γυρίστηκε σε πραγματικούς δρόμους, με μη επαγγελματίες ηθοποιούς, αποφεύγοντας κάθε μελοδραματισμό. Η απλότητα της αφήγησης ενισχύει τη δύναμη του μηνύματος, καθιστώντας την ταινία παγκόσμια και διαχρονική. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία φτώχειας, αλλά για μια βαθιά μελέτη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των ηθικών διλημμάτων σε ακραίες συνθήκες.
Η ταινία παραμένει μέχρι σήμερα ένα συγκλονιστικό σχόλιο πάνω στην κοινωνική ανισότητα και την ανθρώπινη ευαλωτότητα, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας κινηματογραφικής ιστορίας.