Το Let There Be Rock είναι το τέταρτο στούντιο άλμπουμ των AC/DC, κυκλοφόρησε το 1977 και θεωρείται από πολλούς ως το έργο που εδραίωσε οριστικά τη μπάντα ως μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις του σκληρού ροκ. Πρόκειται για έναν δίσκο-σταθμό, ωμό, ακατέργαστο και γεμάτο ενέργεια, που αποτυπώνει με απόλυτη ειλικρίνεια τη φιλοσοφία των AC/DC: δυνατά ριφ, απλές αλλά εκρηκτικές συνθέσεις και ανελέητο rock ’n’ roll χωρίς συμβιβασμούς.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, υπό την παραγωγή του Harry Vanda και του George Young (αδελφού των Angus και Malcolm Young). Σε μια εποχή που το punk rock άρχιζε να κυριαρχεί και το κλασικό hard rock θεωρούνταν από ορισμένους ξεπερασμένο, οι AC/DC απάντησαν με έναν δίσκο που όχι μόνο δεν ακολούθησε τις τάσεις, αλλά τις αγνόησε πλήρως. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ήχος ωμός, θορυβώδης και ακραία αυθεντικός.
Από το ομώνυμο εναρκτήριο κομμάτι, “Let There Be Rock”, γίνεται ξεκάθαρο το ύφος του δίσκου. Με στίχους που αφηγούνται τη «γέννηση» του rock ’n’ roll σχεδόν σαν θρησκευτική αποκάλυψη, και με ένα από τα πιο εμβληματικά σόλο του Angus Young, το τραγούδι λειτουργεί ως μανιφέστο της μπάντας. Η κιθαριστική μονομαχία και η ακατάπαυστη ρυθμική βάση καθορίζουν όλο το άλμπουμ.
Το “Go Down” συνεχίζει με έντονο blues υπόβαθρο, ενώ το “Dog Eat Dog” ξεχωρίζει για τα πνευστά του και τη θεματολογία του γύρω από την αδυσώπητη φύση της μουσικής βιομηχανίας. Στο “Bad Boy Boogie”, οι AC/DC επιστρέφουν στο γνώριμο, προκλητικό τους ύφος, συνδυάζοντας χιούμορ και σκληρό ήχο, στοιχεία που είχαν γίνει ήδη σήμα κατατεθέν τους.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο “Whole Lotta Rosie”, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του συγκροτήματος. Με βαρύ ριφ, εκρηκτική ερμηνεία από τον Bon Scott και έναν συνδυασμό ωμής δύναμης και παιχνιδιάρικης διάθεσης, το κομμάτι αυτό έγινε κλασικό στις ζωντανές εμφανίσεις τους και παραμένει μέχρι σήμερα αγαπημένο των οπαδών.
Το άλμπουμ κλείνει με το “Hell Ain’t a Bad Place to Be” και το εκρηκτικό “Let There Be Rock” (σε ορισμένες εκδόσεις με διαφορετική σειρά), επιβεβαιώνοντας ότι οι AC/DC δεν ενδιαφέρονταν για πολυπλοκότητα ή πειραματισμούς. Το ζητούμενο ήταν η ενέργεια, η ένταση και η απόλυτη αφοσίωση στο rock.
Αν και αρχικά το άλμπουμ δεν γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία σε όλες τις αγορές, με τον χρόνο αναγνωρίστηκε ως θεμέλιος λίθος του hard rock. Το Let There Be Rock δεν είναι απλώς ένας δίσκος· είναι μια δήλωση στάσης ζωής. Αντιπροσωπεύει την πιο αγνή μορφή του AC/DC ήχου και άνοιξε τον δρόμο για τα ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα που θα ακολουθούσαν στα επόμενα χρόνια.