1 101 thumb large

 

Αυξάνεται ολοένα ο αριθμός των εν Ελλάδι ψυχιάτρων στη χώρα της παρατεταμένης κρίσης και ιδού ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο: Το brain drain που στέρησε από το 2010 έως σήμερα στη χώρα μας περισσότερους από 18.000 Ελληνες γιατρούς, σαφώς και δεν «άγγιξε» τους ψυχιάτρους στον βαθμό που επηρέασε άλλες ειδικότητες. Η Ελλάδα πλέον καταλαμβάνει την 4η θέση στις χώρες της Ε.Ε. σε ό,τι αφορά τον αριθμό των ψυχιάτρων σε αναλογία με τον πληθυσμό της, ξεχωρίζοντας σημαντικά σε σχέση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Και όπως αναφέρουν οι ειδικοί γιατροί, μέσα στην κρίση έχει αυξηθεί σημαντικά η ζήτηση για υπηρεσίες ψυχικής υγείας, κυρίως από άτομα που αντιμετωπίζουν διαταραχές άγχους ή ελαφριάς μορφής κατάθλιψη και εμφανίζουν σοβαρές δυσκολίες να αντεπεξέλθουν στην πίεση που αισθάνονται λόγω οικονομικής στενότητας.

 

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που δημοσιοποίησε η Eurostat, στην Ελλάδα το 2016 αντιστοιχούσαν 22,9 ψυχίατροι για 100.000 κατοίκους (2.468 ψυχίατροι ειδικοί και ειδικευόμενοι), αριθμός που φέρνει τη χώρα στην 4η θέση στην Ε.Ε., μαζί με τη Γαλλία και την Ολλανδία. Στις πρώτες θέσεις είναι η Γερμανία (27,3 ψυχίατροι ανά 100.000 κατοίκους), η Φινλανδία (23,6) και η Σουηδία (23,2), ενώ οι χώρες με τον μικρότερο αριθμό ψυχιάτρων σε αναλογία με τον πληθυσμό τους είναι η Βουλγαρία (7,6 ψυχίατροι ανά 100.000 κατοίκους), η Πολωνία (9) και η Μάλτα (9,9). Σε χαμηλές θέσεις βρίσκονται οι περισσότερες χώρες του Νότου. Συγκεκριμένα η Ιταλία βρίσκεται στη 14η θέση, η Πορτογαλία στη 19η θέση και η Κύπρος στην 20ή θέση.

 

Σύμφωνα με τη Εurostat, η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση στον αριθμό των ψυχιάτρων μεταξύ 2011 και 2016, ωστόσο πιο δόκιμη είναι η σύγκριση μεταξύ των ετών 2014 και 2016, καθώς από το 2014 συνυπολογίζεται και ο αριθμός των ειδικευόμενων ψυχιάτρων. Ετσι, από 21,5 ψυχιάτρους ανά 100.000 κατοίκους που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα το 2014 και την 7η θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. στη σχετική λίστα, «φτάσαμε» στους 22,9 ψυχιάτρους ανά 100.000 κατοίκους και στην 4η θέση στην Ε.Ε. το 2016.

 

Η εξήγηση για τη συνεχή αύξηση του αριθμού των ψυχιάτρων και για την υψηλή θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. στη σχετική λίστα που κατέχει η χώρα μας μπορεί να αναζητηθεί στον ούτως ή άλλως μεγάλο αριθμό των γιατρών που «παράγει» η Ελλάδα (πρώτη στη σχετική λίστα του ΟΟΣΑ σε αναλογία γιατρών όλων των ειδικοτήτων έναντι του πληθυσμού με 6,6 ειδικούς ανά 1.000 κατοίκους) καθώς και στη μικρή μετανάστευση ψυχιάτρων –πάντα σε σύγκριση με άλλες ιατρικές ειδικότητες– αλλά και στην αύξηση της ζήτησης στη χώρα για υπηρεσίες ψυχικής υγείας και η οποία σχετίζεται και με την οικονομική κρίση.

 

Οπως ανέφερε στην «Κ» ο καθηγητής ψυχιατρικής και πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας Δημήτρης Πλουμπίδης, «σε αντίθεση με το τι παρατηρείται σε άλλες ιατρικές ειδικότητες, η γενική αίσθηση που έχουμε, αφού δεν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα, είναι ότι οι ψυχίατροι δεν επιλέγουν εύκολα τη μετανάστευση και μικρός αριθμός αυτών φεύγει για το εξωτερικό». Αλλωστε, η ψυχιατρική έχει ως βασικό εργαλείο την επικοινωνία και δεν είναι εύκολο για έναν ψυχίατρο που έχει εξειδικευθεί στην Ελλάδα, να ασκήσει την επιστήμη του π.χ. στη Σουηδία, όταν δεν γνωρίζει άψογα τη γλώσσα και τις κοινωνικές συνθήκες, ώστε να επικοινωνήσει απρόσκοπτα και σε βάθος με τον κάθε ασθενή.

 

Παράλληλα, έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα η ζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας και η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί από τις δημόσιες δομές (ΕΣΥ, πανεπιστημιακές κλινικές και δομές μη κερδοσκοπικών οργανώσεων), με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη δυνατότητα δραστηριοποίησης των ψυχιάτρων στον ιδιωτικό τομέα.

 

Διαταραχές άγχους

 

Οπως διευκρινίζει ο κ. Πλουμπίδης, «στα χρόνια της κρίσης έχουν αυξηθεί πολύ οι επισκέψεις πολιτών στους ψυχιάτρους. Η αύξηση αυτή αφορά κυρίως σε άτομα που αντιμετωπίζουν διαταραχές άγχους ή ήπια κατάθλιψη ή έρχονται σε εμάς και ζητούν συμβουλές για το πώς θα αντιμετωπίσουν καταστάσεις που βιώνουν κυρίως λόγω της οικονομικής στενότητας. Αυτές που αναζητούν πιο εύκολα τη συνδρομή ψυχιάτρου ή και ψυχολόγου είναι οι γυναίκες (τρεις προς έναν σε σχέση με τους άνδρες), καθώς διαχρονικά μιλούν πιο εύκολα για το πρόβλημά τους». Σύμφωνα με τον κ. Πλουμπίδη, η αύξηση στη ζήτηση των υπηρεσιών υγείας ήταν ιδιαίτερα έντονη την τριετία 2011-2013, ενώ ακόμα και σήμερα παραμένει σε υψηλότερα σε σχέση με πριν από την κρίση επίπεδα.

 

Στην πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ) για την Υγεία στην Ε.Ε. εκτιμάται ότι το 17,7% των Ελλήνων αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα ψυχικής υγείας από απλή διαταραχή άγχους, πρόβλημα εθισμού σε ουσίες, έως πολύ σοβαρές καταστάσεις όπως σχιζοφρένεια. Το ποσοστό αυτό είναι κοντά στον μέσον όρο της Ευρώπης (17,3%). Ωστόσο, χαμηλό είναι το ποσοστό όσων αναφέρουν χρόνια κατάθλιψη: 4,7% των Ελλήνων έναντι 7,1% που είναι ο μέσος όρος των χωρών της Ε.Ε., σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat.

 

«Οι σοβαρές παθήσεις όπως βαριά κατάθλιψη, σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή αφορούν το 6%-7% του ελληνικού πληθυσμού», σημειώνει ο κ. Πλουμπίδης. Αυτό το ποσοστό δεν αυξήθηκε σημαντικά εν μέσω κρίσης, αφού για τους ασθενείς αυτούς καταφέραμε σαν χώρα να μη διαταραχθεί πολύ το υποστηρικτικό τους σύστημα, όπως π.χ. τα επιδόματα που λαμβάνουν και η φαρμακευτική τους κάλυψη».

 

Στα 5,3 δισ. ευρώ το «ψυχικό» κόστος

Σε περισσότερα από 5,3 δισ. ευρώ εκτιμάται το ετήσιο «κόστος» των ψυχικών παθήσεων στην Ελλάδα, είτε αυτό αφορά νοσηλεία και παροχές υγείας, είτε κοινωνικές παροχές, είτε απώλειες ημερών εργασίας των πασχόντων. Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για την κατάσταση της υγείας στην Ευρώπη, η Ελλάδα δαπανά το 3,1% του ΑΕΠ (άμεση και έμμεση δαπάνη) για την ψυχική υγεία, ποσοστό που συγκαταλέγεται μεταξύ των «χαμηλών» στην Ε.Ε. και είναι λίγο υψηλότερο από των Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Τσεχίας (περίπου στο 2,5%). Συνολικά εκτιμάται ότι το ετήσιο «κόστος» των ψυχικών παθήσεων στις χώρες της Ε.Ε. ξεπερνάει τα 600 δισ. ευρώ. Οπως αναφέρεται στην έκθεση, το τεράστιο αυτό μέγεθος αναδεικνύει την ανάγκη για τη λήψη μέτρων πρόληψης των ψυχικών παθήσεων.

 

Πηγή: Καθημερινή, της Πέννυς Μπουλούτζα