a most violent year 2015

 

 

Κείμενο από τον Κωστή Δ. Μπίτσιο

 

«ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ / A MOST VIOLENT YEAR»**

 

           Νέα Υόρκη, 1981. Χειμώνας. Ο Λατινομαερικάνος μετανάστης και διανομέας καυσίμων Άμπελ Μοράλες (Όσκαρ Άιζακ) διαπραγματεύεται την αγορά του όμορου στην επιχείρησή του οικοπέδου από τον ραβίνο ιδιοκτήτη του, που θα συμβάλλει στο «άνοιγμα» της δουλειάς του. Στον χώρο όμως που δραστηριοποιείται εξελίσσεται ένας πόλεμος μεταξύ ανταγωνιστών. Ο ένας κλέβει φορτία καυσίμων από τον άλλον. Ο εισαγγελέας της Νέας Υόρκης (ο Ντέιβιντ Ογιέλογο) προσπαθεί να βάλει τάξη στην πόλη, που καλείται να προστατεύσει. Παρά το βίαιο περιβάλλον ο Μοράλες επιλέγει τον φιλειρηνικό δρόμο, όπως προστάζει το βιβλικό όνομά του «Άβελ». Ο τίμιος Άμπελ πρέπει να καθησυχάσει πρώτα την δυναμική σύζυγό του (η Τζέσικα Τσαστέιν), η οποία ανησυχεί για την ασφάλεια αυτής και των τριών ανήλικων κορών τους. Οι επιθέσεις στους εργαζόμενους, οδηγούς και πωλητές, του Άμπελ εγκαινιάζουν έναν νέο κύκλο αντιπαραθέσεων, εκβιασμών και διλημμάτων.

 

Ο 41χρονος σεναριογράφος, παραγωγός και σκηνοθέτης του φιλμ Τζέι Σι Τσάντορ διεκδίκησε το 2012 το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου με την πρώτη του σκηνοθετική δουλειά «Ο δρόμος του χρήματος», με πρωταγωνιστές τον Κέβιν Σπέισι και τον Ζάκαρι Κουίντο, τον οποίο ο σκηνοθέτης περιλαμβάνει στις ευχαριστίες και «Στα χρόνια της βίας». «Ο δρόμος του χρήματος» πρωτοπαρουσιάστηκε στο φεστιβάλ του Σαντάνς. Δεύτερη δημιουργία του ήταν το «Όλα χάθηκαν» (2013) με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ιδρυτή του φεστιβάλ του Σαντάνς, τον οποίο ο σκηνοθέτης περιλαμβάνει στις ευχαριστίες και «Στα χρόνια της βίας». Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Τζέι Σι Τσάντορ αποτελεί δείγμα ενός είδους σινεμά, που θυμίζει τηλεοπτικό επεισόδιο. Στην σημερινή νέα χρυσή εποχή της αμερικανικής τηλεόρασης, το σινεμά αναδεικνύει πονήματα αισθητικής της μικρής οθόνης, όπως το περσινό «Η συγκάλυψη». Αστυνομικά δράματα μικρού βεληνεκούς, καλό καστ, «μετρημένος» προϋπολογισμός, αλλά και με χαμηλές πτήσεις στα ταμεία. Ο Τζέιμς Γκρέι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης, που καταφέρνει να κάνει καθαρόαιμο κινηματογράφο με παρόμοια σενάρια, γιατί έχει προσωπικό στυλ και έχει εξελίξει την μελέτη του οικογενειακού θεσμού με πρόσφατο έργο, που χρησιμοποιεί και αυτό ως φόντο την πόλη της Νέας Υόρκης (Κριτική για το "ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ") .

 

Στο καστ ξεχωρίζουν ο 35χρονος Όσκαρ Άιζακ («Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου» 2014, «Inside Llewyn Davis» 2013, που σε δέκα μέρες θα δούμε και στο «Από μηχανής»), η Τζέσικα Τσαστέιν («Interstellar» 2014, «Zero Dark Thirty» 2012, «Υπηρέτριες» 2011), ο Βρετανός Ντέιβιντ Ογιέλογο (ο πρωταγωνιστής του Selma (Κριτική για το "SELMA), ο Αλεσάντρο Νιβόλα (συμμετέχων στο Selma και συμπρωταγωνιστής του Μπράντλεϊ Κούπερ στον θεατρικό «Άνθρωπο Ελέφαντα»), ο Έλυες Γκάμπελ (ο οδηγός «Τζούλιαν»), η Καταλίνα Σαντίνο Μορένο (προταθείσα προ 10ετίας για Όσκαρ για το «Κεχαριτωμένη Μαρία») και ο Άλμπερτ Μπρουκς (στον ρόλο του δικηγόρου του Άμπελ). Στον πολύ μικρό ρόλο μιας απλής νοικοκυράς η Ελίζαμπεθ Μάρβελ (η Χέδερ Ντάνμπαρ του αγωνιώδους τρίτου κύκλου του House of Cards..

 

 

Η Τσαστέιν και ο Άιζακ περίμεναν να δουλέψουν μαζί από την περίοδο που φοιτούσαν μαζί στη δραματική σχολή. Ο Άιζακ είναι αρκούντως πειστικός ως τίμιος και δίκαιος ανερχόμενος επιχειρηματίας, που δεν χάνει την αρρενωπότητά του. Η Τσαστέιν αποδεικνύεται η γκάνγκστερ της οικογένειας, γνήσιο τέκνο του αποσυρμένου πατέρα της και του προαστίου του Μπρούκλιν. Ο Ογιέλογο συγκριτικά έχει μικρό ρόλο, αλλά στην κρίσιμη στιγμή μεταδίδει άψογα τον υλισμό, που κυριεύει και τον φιλόδοξο νομικό.

 

Η εποχή αποδίδεται πειστικά. Διακρίνονται τα κοστούμια που σχεδίασε η Κάσια Γουαλίκα-Μαϊμόν («Ο έρωτας του φεγγαριού» 2012, «Truman Capote» 2005). Ο πρωταγωνιστής φορά σε όλη την ταινία ένα σταυρωτό καμηλό παλτό σε μπεζ απόχρωση και η σύζυγος «Άννα» το γνωστό oversized παλτό, που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους, συνδυασμένο με τακούνια. Την γκαρνταρόμπα της εμπλούτισε ο Αρμάνι και η ανηψιά του Ρομπέρτα. Παρόντα και τα λοιπά τυπικά στοιχεία: νύχια, βάτες, μακιγιάζ, χτενίσματα, το πλαστικό στα έπιπλα, οι παλιές Κάντιλακ και Μερσεντές, τα αντρικά σορτς του τένις, τα ρετρό φωτιστικά. Την μελαγχολική φωτογραφία της ταινίας έκανε ο Μπράντφορντ Γιανγκ («Selma» 2014, «Μείνε δίπλα μου» 2013).

 

Αριστούργημα*****, Πολύ καλό****, Καλό***, Ενδιαφέρον**, Μέτριο*, Κακό