Hl2U53bh

 

Από τον Στέργιο Βολόγκα

 

Η περίοδος της καραντίνας μας έκανε ν’ ανασύρουμε μέσα απ’ την ζωή μας, συνήθειες, σκέψεις, προτιμήσεις, απολαύσεις, αγάπες, που ίσως με τα χρόνια τις είχαμε παραμερίσει ή τις είχαμε ξεχάσει.
Μια από τις απολαύσεις, εκτός της ατομικής άσκησης, ήταν και η τηλεόραση. Ταινίες, σειρές, Netflix, μουσική και ντοκιμαντέρ (για τους τολμηρούς).

 

Στο κλίμα αυτό των ημερών, μάθαμε και είδαμε πολλές ταινίες και ακούσαμε και ψάξαμε όρους που μέχρι τώρα ή αγνοούσαμε ή προσπερνούσαμε. Στο περιβάλλον του αρχικού τρόμου που διέκρινε τις πρώτες μέρες εξάπλωσης της πανδημίας, που οι περιορισμοί, οι προφυλάξεις, οι εξαιρέσεις, οι εξαγγελίες, τα μέτρα και ο γενικότερος εγκλεισμός, μας έκανε ν΄ αναρωτηθούμε για τις αξίες της ανθρώπινης ζωής και την ελευθερία μας, εκεί ξετρυπώσαμε τον όρο «Δυστοπία».

 

Δεν θα κάνουμε φιλοσοφικές αναλύσεις, αλλά μόνο συγκεκριμένες προσεγγίσεις ως προς την κινηματογραφική της απόδοση. Η δυστοπία είναι το είδος επιστημονικής φαντασίας που ασχολείται με τον μελλοντικό θρίαμβο του κράτους, εις βάρος της ελευθερίας των πολιτών και την πλήρη αποδόμηση της κοινωνίας από τον φόβο της εξουσίας. Η δυστοπία και η σχέση της με την πολιτική είναι στενή. Η μοντέρνα πολιτική και η επιστημονική φαντασία μοιάζουν πολλές φορές σαν δίδυμοι πύργοι. Από την αυγή της επιστημονικής φαντασίας στα μέσα του 19ου αιώνα σαν λογοτεχνικό ρεύμα, κάνει την εμφάνιση του σαν διακριτός κλάδος του φανταστικού. Με τον κινηματογράφο να παίρνει αυτή την σκυτάλη του φανταστικού, από την φύση του και από την αρχή ακόμη της κινηματογραφικής δημιουργίας με τον Ζώρζ Μελιές, τον Φρίτς Λάνγκ , τον Χολγκερ Μάνσεν, τον Προταζάνοβ κ.α. εμφανίζονται κινηματογραφικά έργα, άξια για να βάλουν τα θεμέλια για πιο πολύπλοκες και φιλόδοξες δημιουργίες στο μέλλον.

 

Στην παρακάτω λίστα τα ερεθίσματα που γέννησαν τις ταινίες, ήταν ποικίλα. Άλλοτε πραγματικά γεγονότα, αυξημένη διαίσθηση, οραματισμός, υπερβολικός φόβος, τραγικές προβλέψεις, επιστημονική διάγνωση, εφιαλτικά μελλοντολογικά σενάρια ή απλά προφητική φαντασία.

 

dystopikes tainies kai katastaseis 1

 

Για αρχή δύο φιλμ –κατά βάση αστυνομικής υφής- και τα δύο γυρισμένα το 1950. Το πρώτο με ελληνικό στίγμα, αφού είναι γυρισμένο από τον Ηλία Καζάν με τίτλο “Panic in the streets”. Στην Ελλάδα ευτυχώς προβλήθηκε με το ίδιο όνομα «Πανικός στους δρόμους» και γυρίστηκε στην Νέα Ορλεάνη. Στην υπόθεση, ο πάντα «κακός», «σκληρός», «αγέλαστος» Jack Palance (εδώ στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση) με την συμμορία του, μετά από μια φιλονικία στα χαρτιά με έναν Πολωνό μετανάστη – θίγουμε και το μεταναστευτικό – που πάσχει όμως από βουβωνική πανώλη, τον σκοτώνει και τον παρατά κάπου στην αποβάθρα του λιμανιού, αλλά το κακό έχει ήδη γίνει, όλη η συμμορία «κολλά» τον θανατηφόρο ιό και αρχίζει έτσι η διασπορά. Όταν οι φίλοι του τον μεταφέρουν στο νεκροτομείο, εκεί ο υπεύθυνος γιατρός και βαθμοφόρος αξιωματικός της Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας, Richard Widmark – λέγε με Τσιόρδα- διαπιστώνει ότι έχει μόνο δύο μέρες καιρό για να μην αφήσει την κολλητική αρρώστια να εξελιχθεί σε επιδημία και να προκαλέσει, ότι λέει περιεκτικά ο τίτλος του έργου, ΠΑΝΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ της Νέας Ορλεάνης.
Ο Ηλίας Καζάν χρησιμοποιεί το νεορεαλιστικό πνεύμα του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου για ν’ αποδώσει με ζοφερές ασπρόμαυρες αποχρώσεις τον φόβο και τον κίνδυνο, αλλά και το κυνήγι της ελπίδας και της σωτηρίας. Αν και όπως είπαμε πιο πάνω το έργο έχει όλα τα στοιχεία μιας αστυνομικής ιστορίας, δεν παύει να είναι ένας αγώνας για «καθαρή» ζωή, μακριά από αόρατους κινδύνους.

 

Ο Καζάν από τους κριτικούς είχε χαρακτηριστεί ως κινηματογραφιστής του φόβου και όχι άδικα, αφού σε όλο το έργο υπάρχει αυτή η εξάρτηση από το αβέβαιο και το σκοτεινό.

 

Ένα ακόμη σημείο που κάνει την ταινία σημαντική για τους Έλληνες, εκτός του Καζάν, είναι πως στο φιλμ συμμετέχει, σ’ ένα μικρό ρόλο, ο «θεατράνθρωπος» Αλέξης Μινωτής.

 

Στην επόμενη ταινία “The killer that stalked New York” του Earl McEvoy, που διανεμήθηκε στην Ελλάδα ως «Ο τρόμος της πόλης», ο αφηγητής από στην αρχή μας βάζει στο κάδρο της υπόθεσης, που μπορεί να ξεκινά ως μια περιπέτεια λαθρεμπορίας διαμαντιών, με μια γυναίκα που τα μεταφέρει από την Κούβα στην Νέα Υόρκη, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται αλλού, στο ότι η γυναίκα Sheila Bennet (Evelyn Keyes) νοσεί, χωρίς να το γνωρίζει, από τον θανατηφόρο –τότε- ιό της ευλογιάς.

 

 

Ο πράκτορας του Αμερικάνικου Υπουργείου Οικονομικών που την παρακολουθεί, χάνει τα ίχνη της και μετά από μια λυποθυμία βρίσκεται σε ιδιωτική κλινική, στα χέρια του παθολόγου–λοιμωξιολόγου Ben Wood (William Bishop) –λέγε με Ν.Σύψα – ο οποίος έπειτα από μια σωρεία περιπτώσεων λοίμωξης και θανάτων αρχίζει να υποψιάζεται τον «ένοχο» φορέα της νόσου και επιδίδεται μαζί με τις αρχές της Νέας Υόρκης –που δυσπιστούν στην αρχή – σ’ έναν αγώνα για την ιχνηλάτηση όλων των επαφών των κρουσμάτων. Σε κάποια σκηνή της ταινίας αναφωνεί «Ευλογιά στην Νέα Υόρκη, πώ! Πω! – Ποτέ δεν θα ξεχάσω την επιδημία ευλογιάς στην Κίνα το 1902» -Σας θυμίζει τίποτα;
Στην τελική φάση του έργου, ό Δήμαρχος της Νέας Υόρκης μαζί την πολιτική προστασία – λέγε με Χαρδαλιά – παίρνουν την τιτάνια απόφαση να εμβολιάσουν όλο τον πληθυσμό της Νέας Υόρκης, καθώς τα κρούσματα και οι θάνατοι αρχίζουν να έχουν εκθετικό πρόσημο, δηλ. 8.500.000 κατοίκους.

 

Η ταινία τελειώνει επιβλητικά στην κατάμεστη από τρομαγμένο κόσμο Times Square, αφού ο σκηνοθέτης δίνει λύση «εξ ουρανού» με τον φόβο μετά τον εμβολιασμό ν’ αρχίζει να ξεθυμαίνει και ο σεναριογράφος κλείνει επικά το πλάνο με την φράση «Η ευλογιά, ο αρχαίος δολοφόνος, επέστρεψε βίαια στον μεσαίωνα απ’ όπου ξεπήδησε».

 

Πάνω από 60 χρόνια και πριν το φιλμ Contagion(2011), είχαμε λοιπόν το “The killer that stalked New York”, που «πέρασε» στην οθόνη σχεδόν προφητικά γεγονότα και καταστάσεις που ζήσαμε εν έτει 2020. Αφορμή βέβαια για την ταινία ήταν μια όντως πραγματική έξαρση επιδημίας ευλογιάς στην Νέα Υόρκη τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1947 που άφησε πίσω της πολλά θύματα.
Ελπίζω πως ο Τράμπ να δει έστω και τώρα τις ταινίες και αλλάξει κάτι στις τακτικές που ακολουθεί.

 

dystopikes tainies kai katastaseis 2

 

Για το “Metropolis”-1927 του Fritz Lang δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε πολλά, η βουβή μυθολογία των εικόνων της, λέει υποβλητικά ότι δεν μπορούν να πουν οι λέξεις. Σε κάποια χρονική περίοδο στο απώτερο μέλλον, χωρίς σαφή ένδειξη, σε ένα ψυχρό βιομηχανικό περιβάλλον η ταινία περιγράφει την ζωή στην πολυπληθή Μετρόπολη που είναι χωρισμένη σε δύο κοινωνικές τάξεις ανθρώπων, την ελίτ και τους εργάτες. Με τρόπο που θυμίζει την Φαραωνική εποχή, η ταινία, αρχικά, είναι ένας «ύμνος» στον άνθρωπο δυνάστη που κυριολεκτικά χρησιμοποιεί τον «κατώτερο» λαό, τους εργάτες και τις μηχανές με στόχο την ευδαιμονία και την απόλαυση «ανώτερων» αγαθών για την ελίτ της άνω τάξης που ζει στον δικό της κήπο της Εδέμ, εις βάρος όλων των άλλων με απόλυτη επιβολή και έλεγχο.

 

Οι εργάτες περιφέρονται αέναα αγέλαστοι, χωρίς προσωπικό βίο και προσωπικότητα, σε δεκάωρες βάρδιες εργασίας, με τις μηχανές να «καταβροχθίζουν» την ζωή τους. Ο χρόνος πάντοτε σχετικός, δείχνει να έχει σταματήσει για την ελίτ, ενώ για τους εργάτες αποτελεί το σαράκι της καθημερινότητας τους. Οι ολοκληρωτικές πολιτικές και οι οικονομικές δομές της κοινωνίας, καταγράφονται με ακρίβεια σε μια πόλη που γίνεται, τελικά, εφιαλτική.
Μέσα σ’ αυτή την καταπιεστική κοινωνία, γεννιέται ένας έρωτας. Ο γιός του άρχοντα της πόλης, Φρέντερ, ερωτεύεται την εργάτρια Μαρία που εισβάλει κρυφά με μια ομάδα παιδιών στους «αιώνιους κήπους» της άνω πόλης. Ο έρωτας αυτός γίνεται και ή αρχή της σύγκρουσης πατέρα με γιό και οδηγεί το έργο σε ανατροπές για να κυριαρχήσει τελικά η αγάπη.

 

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Βερολίνο στην αίθουσα Ufa-Palast την 10η Ιανουαρίου 1927. Η αρχική της έκδοση, έστω και λογοκριμένη, ήταν 153 λεπτά. Αμέσως μετά την χλιαρή υποδοχή, στις επόμενες προβολές περικόπηκε κι άλλο. Παρ’ όλο τα δεινά των συνεχών περικοπών και της αλλοπρόσαλλης κριτικής, καθώς το έργο στην σκέψη, στην σύλληψη και την απόδοση του, ήταν μπροστά από την εποχή του, απέκτησε μυθικές διαστάσεις στις επόμενες δεκαετίες, μέχρι που τυχαία στο Μουσείο Κινηματογράφου στην Αργεντινή ανακαλύφθηκε μια κόπια χωρίς περικοπές και το έργο αποκαταστάθηκε στην ολότητα του.

 

Η «Μητρόπολις» κατέχει αρκετές πρωτιές. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία επιστημονικής φαντασίας και η πρώτη που συμπεριελήφθη στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Καινοτομίες στα σκηνικά, στις λήψεις και τα ειδικά εφέ, που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά σε φιλμ. Η ταινία ενέπνευσε σειρά ταινιών, όπως το “Back to the future”, “Superman”, “Star Wars”, “Dark City”, “Blade Runner”, “Matrix”, “Batman” και πολλές άλλες. Ακόμη υπάρχει μια σκηνή που παραπέμπει στο Ολοκαύτωμα των Ναζί, μια απίστευτη προφητική διαίσθηση από τον οραματιστή Fritz Lang.

 

 

Η επόμενη ταινία είναι το άγνωστο ρώσικο φιλμ “Железная пята”-“The iron heel”-1919 του Vladimir Gardin.

 

Πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά της προφητικής-δυστοπικής νουβέλας του Αμερικανού συγγραφέα Jack London “The Iron Heel” που εκδόθηκε το 1907 ως μια συγκλονιστική ιστορία φασιστικής και μιλιταριστικής ολιγαρχίας που καταπιέζει την δημοκρατία, το άτομο σαν ελεύθερη σκέψη και βούληση. Η πολιτική φαντασία του έργου αποτέλεσε αργότερα ένα από τα βασικά έργα της σοσιαλιστικής βιβλιογραφίας.
Στο έργο, το πανίσχυρο μονοπωλιακό τραστ ονομάζεται «Σιδερένια Φτέρνα» και συγκρούεται με την φτωχή εργατική τάξη και τους ανέργους. Η πάλη των τάξεων, η εξαθλίωση, τα ξεπουλημένα συμφέροντα και οι ένοπλες συγκρούσεις οδηγούν μόνο στην επανάσταση. Ο Jack London προφήτευσε ένα ζοφερό μέλλον – ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την μαρξιστική ιδεολογία –πολύ πριν τον George Orwell στο «1984»-1949, τον ρώσο Yevgeny Zamyatin στο «Εμείς»-1921, αλλά και τον Aldous Huxley στο “Brave New World”-1931, που ό ένας ενέπνευσε ή αντέγραψε τον άλλον για να καταθέσουν όλοι τελικά με διαφορετικό γλαφυρό και σοκαριστικό τρόπο την ίδια αλήθεια. Αυτή της καταπίεσης από άνθρωπο σε άνθρωπο.

 

dystopikes tainies kai katastaseis 3

 

Η ταινία που με συγκλόνισε και με προβλημάτισε όταν την πρωτοείδα, γύρω στο 1981 στην Θεσσαλονίκη στον ιστορικό κινηματογράφο «τσέπης» το Σινέ-ΘΥΜΕΛΗ στην Π.Π. Γερμανού 15 και αργότερα στο Σινέ-Αλφαβιλ στην Μαυρομιχάλη 168 στην Αθήνα – ήταν το “Stalker”-1979 του Andrei Tarkovsky.

 

Ο Andrei Tarkovski εκτός από το γεγονός ότι υπήρξε ο σπουδαιότερος ποιητής της εικόνας στον σύγχρονο κινηματογράφο, ήταν και ένας άνθρωπος βαθιά σκεφτόμενος και στοχαστικός. Στο “Stalker” η ιστορία είναι απλή αλλά το ταξίδι της εικόνας με τους πρωταγωνιστές πολύπαθο και πολυμαθή.

 

Σε μια άγνωστη και σκοτεινή πόλη βρίσκεται η «Ζώνη» μια περιοχή που φυλάσσεται από τον στρατό, όπου οι νόμοι της φυσικής δεν ισχύουν ή απλώς αναιρούνται. Ένα μέρος αποκάλυψης που θρυλείται ότι έμενε ανέγγιχτο έπειτα από μια πυρηνική καταστροφή.

 

Η ταινία ξεκινά όταν ο πρωταγωνιστής ο “Stalker” αποφασίζει παρά την αποτροπή της γυναίκας του να οδηγήσει δύο ξένους μέσα στη «Ζώνη». Το επάγγελμά του οδηγός ανθρώπων στο «Δωμάτιο». Το «Δωμάτιο» είναι μια περιοχή στη «Ζώνη» που εκπληρώνει τις επιθυμίες των ανθρώπων. Έτσι ο Stalker ξεκινά ένα ταξίδι για τρείς. Μαζί του, ένας συγγραφέας και ένας επιστήμονας, με απώτερο σκοπό την εκπλήρωση των επιθυμιών των δύο τελευταίων.
Η ταινία περιγράφει την πορεία των τριών μέσα σε ένα φανταστικό τοπίο. Ο Stalker, όπως εννοεί η μετάφραση του ονόματός του, κινείται αργά, προσεκτικά, όπως ο κυνηγός. Είναι αυτός που ξέρει πώς να περάσει μέσα από όλα τα εμπόδια και τις παγίδες της Ζώνης για να φτάσει στο Δωμάτιο. Εκεί οδηγεί τους άλλους δύο,
αλλά ο Φόβος, η Αμφιβολία και η Αμφισβήτηση θα τους εμποδίσει να περάσουν το κατώφλι του.

 

Η φύση ειδυλλιακή και επικίνδυνη, όμορφη και παράξενη. Κάθε στάση ένα πικ-νικ στο άγνωστο, μια φιλοσοφική αναζήτηση σ΄ έναν υγρό παράδεισο που θέτει ερωτήματα ύπαρξης ψάχνοντας απαντήσεις. Πρόκειται για ένα ταξίδι που αμφισβητεί την έννοια της Ελπίδας; ή πρόκειται για μια ταινία φαντασίας χωρίς εφέ;

 

Οι αναφορές στην θρησκεία, όπως και σε όλες τις ταινίες του Tarkovsky, είναι εμφανείς. Μεσσιανική, ίσως, μορφή της ταινίας ο πρωταγωνιστής. Ορίζει τον «σωστό» δρόμο και είναι αυτός που συνδέει το ιερό με το επίγειο. Οι υπόλοιποι ως «μαθητές» δοκιμάζουν και δοκιμάζονται. Η πίστη είναι γι’ αυτούς μια μακιγιαρισμένη αρετή που χρειάζεται τα κατάλληλα χρώματα για να λάμψει και δεν είναι αυθύπαρκτη.

 

Στην ταινία που αντιμετωπίζεται σαν ουτοπία ή δυστοπία, ο Tarkovsky απλώς δοκιμάζει την αλαζονεία του μοντέρνου κόσμου, φορώντας την κινηματογραφικό ένδυμα.

 

Στον ελληνικό αντίποδα η «Πρωινή Περίπολος»-1987 του Νίκου Νικολαΐδη μεταφέρεται εν μέρει κινηματογραφικά τον χώρο του “Stalker” σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη και ίσως σ’ έναν κατεστραμμένο κόσμο που έχει καλυφθεί από ψύχος και έχει δοκιμαστεί από κάθε είδους καταιγίδες. Σ΄ αυτή την πόλη μια γυναίκα βαδίζει ολομόναχη, με σκοπό να περάσει την απαγορευμένη επικίνδυνη ζώνη και να φτάσει στην θάλασσα. Γύρω της εγκατάλειψη, απελπισία, θάνατος, παντού παγίδες, ίσως και η θάλασσα να είναι μια φαντασίωση. Η «Πρωινή Περίπολος» με τους στρατιώτες με τα καλυμμένα πρόσωπα την παρακολουθεί. Οι μηχανισμοί της πόλης παραδόξως λειτουργούν, τα ραδιόφωνα παίζουν swing, οι τηλεοράσεις ταινίες του James dean, κάποια παιδιά διαβάζουν πρωινές εφημερίδες και ηλεκτρονικές φωνές μεγαφώνων καλούν τους πολίτες να εγκαταλείψουν την πόλη. Ξαφνικά την πλησιάζει ένας άντρας και μαζί προσπαθούν να ξετυλίξουν το κουβάρι της μνήμης που μπλέχτηκε στην δίνη του ολέθρου, να θυμηθούν το πρόσφατο παρελθόν και προσεγγίσουν την λύτρωση προς την θάλασσα, την ουτοπία του μέλλοντος, μετατρέποντας την «Πρωινή Περίπολος» σ’ ένα ρομάντζο καταστροφής.

 

dystopikes tainies kai katastaseis 4

 

Μια ακόμη ταινία που μου έκανε εντύπωση κάπου στην δεκαετία του ’70 στην ελληνική τηλεόραση όταν την είδα για πρώτη φορά ήταν το «επικίνδυνο» παιχνίδι των ρομπότ πίσω από την βιτρίνα του θεματικού πάρκου “Westworld” ή όπως πάντα ευφυώς μεταφράστηκε στην Ελλάδα «Ο επαναστάτης της νύχτας»-1973 του Michael Crichton.

 

Σ’ ένα μέλλον όχι πολύ μακριά από την παραγωγή της ταινίας –μιλάμε για το 1983 –σ’ ένα εξελιγμένο τεχνολογικά θεματικό πάρκο που ονομάζεται Delos, είναι χωρισμένο σε τρείς διαφορετικούς κόσμους (τον «κόσμο» της Άγριας Δύσης, τον Μεσαιωνικό «κόσμο» και τον Ρωμαϊκό «κόσμο»),για να μπορεί να διαλέξει πιο άνετα ο εν δυνάμει πελάτης-τουρίστας την κατάλληλη για αυτόν «εποχή» και διασκέδαση. Εκατοντάδες «τουρίστες» ξεχύνονται σ’ ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με ανδροειδή ρομπότ όπου κυνηγούν, ερωτεύονται, εξερευνούν και διασκεδάζουν σκοτώνοντας επισκευάσιμενες «μηχανές», έναντι του παχυλού ποσού των 1.000 δολαρίων ημερησίως. Σ’ αυτό το σαφάρι ιστορικής αναψυχής με ασφαλείς όρους, όλα είναι κατευθυνόμενα και ελεγχόμενα. Όμως έρχεται η μοιραία στιγμή όπου τα ρομπότ καταλύουν και τους τρεις νόμους ρομποτικής του Ασίμοφ και σε συνδυασμό με τον νόμο του Μέρφει, που ότι είναι να πάει στραβά, θα βρεί τον χειρότερο τρόπο για να το κάνει, όλα παίρνουν μια ανεξέλεγκτη τροπή και οι «τουρίστες» κυνηγοί, γίνονται θηράματα.

 

Με πρωτοπαλίκαρο της «επ-ανάστασης» των μηχανών τον «κακό» ανθρωπόμορφο cowboy Yul Brynner, όλοι συγκροτούνται γύρω του, αμαξάδες, μπάρμεν, διψασμένες πόρνες, κάνοντας τους ανικανοποίητους «τουρίστες» μειοψηφία προς εξαφάνιση, στην πληρωμένη διασκέδαση τους.

 

Όλοι οι «φθαρτοί» Κόσμοι γίνονται εφιάλτης και το «παιχνίδι», αγωνία και κρυφτούλι επιβίωσης σε μια μεταλλαγμένη πραγματικότητα.
Το φιλμ παρότι έχουν περάσει 47 χρόνια από την δημιουργία του, όχι μόνο βλέπεται με ενδιαφέρον, αλλά δίνει μαθήματα πως σήμερα η εξελιγμένη τεχνολογικά «διασκέδαση» μπορεί να γίνει μια παγίδα του ίδιου του κόσμου που τις συνέπειες του θέλουμε ν’ αποφύγουμε.

 

Η ανέλπιστη επιτυχία της ταινίας έφερε μετά από τρία χρόνια την συνέχεια της ως “Futureworld”-1976 πάλι με τον Yul Brynner. Η ελληνική μετάφραση αυτή την φορά αγγίζει, ευτυχώς, την πραγματικότητα και προβάλλεται στους κινηματογράφους ως «Ο Μυστηριώδης κόσμος του μέλλοντος». Η επιτυχία του, οδηγεί το έργο στην τηλεόραση, αλλά για μια σειρά ολίγων επεισοδίων το 1980. Επειδή τελικά το μέλλον δεν είναι ποτέ τόσο μακριά όσο το φανταζόμαστε, το σενάριο του μεταφέρεται στο σήμερα, επικαιροποιημένο και άκρως δυστοπικό ως “Westworld”-2016 στην καλωδιακή αμερικάνικη τηλεόραση από την HBO και κάνει θραύση τηλεθέασης.
Ερχόμαστε τώρα στον ελληνικής καταγωγής George Lucas που μαζί με τον καλό του φίλο και συμμαθητή Steven Spielberg έβαλαν τα θεμέλια σ’ αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε διαστημικό, μελλοντολογικό ή φανταστικό κινηματογραφικό παραμύθι.

 

Μόνο η διαστημική εποποιία Star Wars φτάνει για να γεμίσει το βιογραφικό του με πρωτοτυπίες και πρωτιές. Σκηνοθέτης, παραγωγός, σεναριογράφος, ηθοποιός, συγγραφέας, εικαστικός και ότι άλλο ξεχνάμε, ο Lucas έφτιαξε και έχτισε μια δική του αυτοκρατορία και μυθολογία ηρώων και επιγόνων με ιστορίες που αγγίζουν τον μισό αιώνα.
Στα αρχικά του βήματα πειραματίστηκε με πολλά και δύσκολα πράγματα. Σαν κινηματογραφικός σπουδαστής έκανε στα 1967 την μικρού μήκους ταινία «Ηλεκτρικός Λαβύρινθος THX-1138» στην οποία βασίστηκε η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία “THX-1138” του 1971

 

Με παραγωγό τον Francis Ford Coppola και κάτω από τον όνομα της νεοϊδρυθείσας εταιρείας του πρώτου “American Zoetrope” ο Lucas γράφει και σκηνοθετεί το δυστοπικό όραμα “THX-1138”. Με πρωταγωνιστή τον Robert Duvall, η ταινία που είναι σαν μια φροϋδική μίξη ψυχιατρείου ανακατεμένη με σκηνές από το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» και πασπαλισμένη με ψυχοτροπικές εξάρσεις από τον Aldous Huxley, έδειξε από την αρχή το κοφτερό μυαλό και την φαντασία του Lucas.

 

Πιο απλά σ΄ ένα μέλλον όπου η ανθρώπινη κοινωνία ελέγχεται από μια ηλεκτρονική απρόσωπη και απάνθρωπη κυβέρνηση (Βλ. Κυβερνητική), η ανθρώπινη καθημερινή δραστηριότητα και η σεξουαλική ζωή καταστέλλεται με ναρκωτικά, βία και απομόνωση.

 

Σ’ αυτή την «ευχάριστη» ατμόσφαιρα οι άνθρωποι ζουν με ξυρισμένα κεφάλια σαν «επικίνδυνοι» τρόφιμοι, με τον έρωτα και το σεξ να απαγορεύεται κυριολεκτικά δια ροπάλου. Σ’ αυτά τα υπόγεια της βίας και καταπίεσης κάτω από την επιφάνεια της γης ο “THX”- Robert Duvall ερωτεύεται και προσπαθεί να ξεφύγει από τους δυνάστες του.

 

Ο Lucas με μινιμαλιστικό κινηματογραφικό ύφος οπτικοποιεί αυτό που αργότερα θα ονομαστεί Cyberpunk. Απλώς αντίθετα από τις άλλες δυστοπίες ο πρωταγωνιστής καταφέρνει να ξεφύγει από την καταπιεστική κυβερνητική εξουσία και ν’ αναπνεύσει, έτσι έχουμε ένα ανέλπιστο χάπι-εντ. Βέβαια το πρώιμο ύφος του Lucas, η πειραματική του διάθεση αλλά και το «πετσόκομμα» λογοκρισίας πριν το φιλμ βγει στις αίθουσες, έριξε την ταινία στα τάρταρα του Box-office. Αλλά έτσι είναι κάθε αρχή και δύσκολα, με τον Lucas να μην το βάζει κάτω και μέσω της φαντασίας του να επανέρχεται με το “Star Wars”, “Indiana Jones” κ.α.

 

dystopikes tainies kai katastaseis 5

 

Θα τελειώσουμε με… κινούμενα σχέδια. Η φαντασία στην εξουσία του κινηματογράφου και η δυστοπία σε άλλο επίπεδο. Από την δεκαετία του ’60 ο ανήσυχος Γάλλος σκηνοθέτης Rene Leloux, έχοντας εντυπωσιαστεί από το βιβλίο του οδοντιάτρου! Stefan Wul "Oms En Serie"-1957, αποφασίζει να το μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη με την μορφή κινουμένων σχεδίων. Με την μετονομασία του σε “La planėte Sauvage” –«Άγριος Πλανήτης» αναθέτει το εγχείρημα του από το 1968 ήδη, σε Τσέχους σχεδιαστές. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Γαλλία του Μάης ‘68», η εισβολή των Σοβιετικών στην Πράγα και διάφορα άλλα πολιτικά και μη γεγονότα καθυστερούν την ολοκλήρωση της ταινίας έως το 1973. Η ταινία παίρνει μέρος στο φεστιβάλ των Καννών το 1973, όπου εντυπωσιάζει και αποσπά το ειδικό βραβείο της Επιτροπής. Το έργο είναι ένα ψυχεδελικό, εικαστικό, αλληγορικό, επιστημονικό, κινούμενο δυστιπικό αριστούργημα φαντασίας και τέχνης χωρίς προηγούμενο και μάλλον χωρίς ξεκάθαρο διάδοχο. Η ταινία του Rene Leloux είναι γεμάτη συμβολισμούς για τις κοινωνικές ανισότητες και τα χαμένα πολιτικά ιδεώδη των καιρών.

 

Μας μεταφέρει στον πλανήτη Ygam, όπου μια τεχνολογικά και πνευματικά προηγμένη φυλή μπλε γιγάντων με το όνομα Traags κυριαρχεί. Στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν οι άνθρωποι Oms που χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Σ’ αυτούς που χρησιμοποιούνται είτε ως «παιχνίδια» για τους μικρούς Traags, είτε σαν σκλάβοι-υπηρέτες για τους ενήλικες και η δεύτερη κατηγορία, στους "άγριους" ανθρώπους που κατοικούν στα δάση και έρχονται αντιμέτωποι με διάφορους κινδύνους. Οι γίγαντες Traags με ελεγχόμενες ανθρωποκτονίες προσπαθούν να διατηρήσουν την ανθρώπινη πανίδα εντός ορίων. Σ’ αυτόν τον φυλετικό πόλεμο μει τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης δεν λείπουν οι εμφύλιες διαμάχες ανάμεσα σε άγριους ανθρώπους που διεκδικούν το ίδιο κομμάτι γης και τα ίδια αγαθά.

 

Η ταινία για την εποχή της και όχι μόνο είναι μια πρωτοπορία από μόνη της. Από την χρήση της “cut-out” τεχνικής στην animation δημιουργίας της, από τα έντονα «ζωντανά» χρώματα των μορφών που θυμίζουν πίνακες του Dali και του Bosch, μέχρι την επιστημονική φαντασία και την αλληγορία της ταινίας για την χειραγώγηση των μαζών, των πολιτικών εξόντωσης των αδυνάμων και της επιβίωσης των ισχυρών με σκοπό την δυνάστευση και την τυραννία, ο Rene Leloux φτιάχνει ένα μανιφέστο που ο θεατής παρακολουθεί τον σχεδόν ονειρικό ρυθμό του με υπνωτιστική διάθεση σαν η δυστοπική του εξέλιξη να είναι φυσική συνέχεια των χαρακτήρων. Στην όλη ψυχεδελική ατμόσφαιρα καθοριστική η συμβολή της υποβλητικής μουσικής του Alain Gorageur.

 

Για το τέλος το Γιαπωνέζικο manga “Kōkaku Kidōtai” –“Ghost in a shell” του κομίστα Masamune Shirow, που αρχικά δημοσιεύτηκε ως σειρά κόμικ στην Ιαπωνία από το 1989-1990, πρίν το μεταφέρει στην οθόνη το 1995 ο σκηνοθέτης Mamoru Oshii, γνωστός για την φιλοσοφική του προσέγγιση στην αφήγηση των ταινιών του. Το “Ghost in a shell” αποτέλεσε την βασική επιρροή του “Matrix” με τις ομοιότητες και τις αναφορές να είναι πολυάριθμες και ξεδιάντροπα εμφανείς. Αν η Cyberpunk φιλοσοφία πρέπει να έχει ένα οδηγό και ορόσημο αυτό είναι σίγουρα το πολύπλοκα φιλοσοφικό και διαπεραστικά εικονοκλαστικό δημιούργημα του Mamoru Oshii.

 

Στο «παραμύθι» της ταινίας που έρχεται από το μέλλον αλλά καταλήγει στην εικονική πραγματικότητα των επικίνδυνων ψηφιακών λεωφόρων του σήμερα, τίποτα δεν είναι σίγουρο ούτε χειροπιαστό, όπως η πίστη και η ψυχή. Η ταινία μου έφερε στο νου το διάσημο βιβλίο του Ντένικεν, που είχε γίνει best-seller στην δεκαετία του ΄70 στην Ελλάδα, «Αναμνήσεις από το μέλλον». Μόνο που στο “Ghost in a shell” δεν κυνηγάμε ούφο αλλά “ghost”-ψυχές.
Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται στο 2029, όπου τα όρια μεταξύ εικονικής πραγματικότητας και υπαρκτού κόσμου έχουν αρχίσει σιγά σιγά να χάνονται (το βλέπω νάρχεται καταπάνω μας). Η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται διαρκώς. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν προσαρμοσμένο στον εγκέφαλο τους λειτουργικό που τους επιτρέπει να επικοινωνούν με τους υπολογιστές. Η ψυχή του ανθρώπου γνωστή ως Ghost αντιμετωπίζεται σαν θησαυροφυλάκιο και πολύτιμη «λεία» για επιδέξιους «ληστές» ή ξένους «πράκτορες» με σκοπό να εισβάλουν στην ghost-ψυχή ενός ανθρώπου. Ο απόλυτος όμως πράκτορας του μέλλοντος δεν είναι άνθρωπος, δεν έχει ανθρώπινο σώμα και μπορεί ελεύθερα να ταξιδεύει στις εικονικές λεωφόρους των πληροφοριών ώστε να εκμεταλλεύεται οτιδήποτε και οποτεδήποτε το χρειάζεται. Το ίδιο το κράτος δημιουργεί έναν κυβερνο-πράκτορα με το κωδικό όνομα “Project 2501” που ονομάζει τον εαυτό του “Puppet Master”. Όσο αυτός λειτουργεί σαν «θάλασσα» πληροφοριών, έχει άσυλο αφού εξυπηρετεί σκοτεινούς κυβερνητικούς σκοπούς, μέχρι που αποκτά «συνείδηση» και αποσχίζεται από το σύστημα προστασίας. Εκεί το «παιχνίδι» με την εξουσία, την ψυχή και την κυβερνοταυτότητα του χάνεται και αρχίζει η αναζήτηση μιας άλλης. O“Puppet Master” καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι μια μορφή ζωής με δική της μοίρα και δικαιώματα, και ζητά πολιτικό άσυλο και φυσική ύπαρξη, αντιδρώντας και επαναστατώντας στον δημιουργό του. Τα συμπεράσματα πολύπλοκα και αναπάντητα. Σε ένα κόσμο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να προγραμματιστεί όπως ένας υπολογιστής, που τελειώνει η ανθρώπινη ψυχή και που ξεκινάει η τεχνολογία?

 

Δείτε ακόμη:  

 

>>

>> 

>> 

>> 

>> 

>> 

>> 

>>  Μέρος 'Α

>> 

>> 

>> 

 >> 

>> 

>> 

>> 

 >>