iparhei kai filotimo

 

Από τον Στέργιο Βολόγκα

 

 Οι εκλογές την Κυριακή  έρχονται σε μια κρίσιμη καμπή  για την κοινωνία, για την Ευρώπη, για την Οικονομία, αλλά και την δημιουργία δυνάμεων που θα καθορίσουν τις εξελίξεις σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

 

Οι Έλληνες φαίνεται να αντιμετωπίζουν με σκεπτικότητα, πολλά ερωτηματικά αλλά με αρκετή νηφαλιότητα αυτές τις εκλογές σε σχέση πάντα με τις αλήστου μνήμης ημέρες της μεταπολίτευσης, σε μπαλκόνια, ταράτσες, πλατείες, τρακτέρ, φορτηγά γεμάτα με  εκατοντάδες σημαίες, σημαιάκια και βροντερά συνθήματα.

 

ekloges6

 

Το παρελθόν των τεράστιων κινητοποιήσεων, των απανωτών συνθημάτων, των αχαλιναγώγητων κομματαρχών, των πληρωμένων συγκεντρώσεων με το «κεφάλι», το κονβόι των λεωφορείων που μποτιλιάρει την εθνική οδό, των χιλιάδων φέιγ-βολάν που σχηματίζουν  πολύχρωμο χαλί στους δρόμους, των ασβεστωμένων τοίχων  με απανωτά συνθήματα που ανταγωνίζονται σε εφευρετικότητα τα ποδοσφαιρικά δίστιχα των γηπέδων, έχουν πλέον εκλείψει και έχουν δώσει την θέση τους σ’ έναν πολιτικό πολιτισμό που κυρίως εκφράζεται μέσα από τις εφημερίδες και την τηλεόραση, από πολιτικά πάνελ και συζητήσεις χωρίς μεγάλες εντάσεις και με στοχευμένες συγκεντρώσεις.

 

Πίσω όμως απ’ όλα αυτά το διακύβευμα είναι πάντα ένα, να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να προηγηθεί ο αντίπαλος και φυσικά να εξασφαλίζουμε ει το δυνατόν τις καλύτερες προϋποθέσεις για μια σίγουρη επιτυχία της παράταξης μας, αλλά και της προσωπικής μας υποψηφιότητας που πάντα έχει τα καλύτερα να «πεί» και να «κάνει» για τον τόπο και τον άνθρωπο.

 

Τα «όπλα» που χρησιμοποιούνται πάντα τα ίδια, απλώς οι εποχές, οι αρχηγοί, η τεχνολογία και η φαντασία διαφέρει.

 

Οι ταινίες της «χρυσής» εποχής  του Ελληνικού σινεμά, έδωσαν υψηλά δείγματα κινηματογράφησης της πολιτικής πραγματικότητας, της πανουργίας, των πολιτικών ελιγμών, αλλά κυρίως «αποτύπωσαν» στο φιλμ, όπως  στο συνειδητό και υποσυνείδητο μας,   το απίστευτο χιούμορ με το οποίο σεναριογράφοι και ηθοποιοί περιέγραψαν και ξετύλιξαν πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές αλλά κυρίως ανθρώπινες αντιδράσεις με τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατο να ξεχάσουμε.

 

Τα συνθήματα, οι ιδεολογίες, ο κομματισμός, οι  καταστάσεις και οι ποιότητες χαρακτήρων που κινούνται από το «αγαθό» κοινό συμφέρον, μέχρι την άκρατη ιδιοτέλεια δεν είναι κάτι που έλειψε ποτέ από το τραπέζι της πολιτικής.

 

Οι χειρισμοί δια μέσου των δεκαετιών μετρήσιμοι και παράλληλοι. Απολαύστε το παρελθόν, αλλά μην ξεχνάτε πως το μέλλον χρησιμοποιεί ίσως, τους ίδιους καθρέπτες.

 

Στην κλασική χιλιοπαιγμένη ταινία «Τζένη-Τζένη»-1966 του Ντίνου Δημόπουλου που γυρίστηκε στις Σπέτσες, οι «άφθαστοι» σεναριογράφοι Γιαλαμάς-Πρετεντέρης τα έχουν «βάλει» όλα μέσα στην ταινία. Πολιτική ίντριγκα, πληρωμένους οπαδούς, προπαγάνδα και χειραγώγηση, «αυθόρμητο» χειροκρότημα, πολιτικά σαρδάμ, ξύλινο πολιτικό λόγο, δαιμόνιους κομματάρχες που αλλάζουν «στρατόπεδο» όπως αλλάζουν παντελόνι, «ψεύτικους» γάμους με «παπάδες» γκάγκστερ, «φιλόστοργους» εφοπλιστές μαζί με ανίκανους πολιτικούς και υπουργούς, ιδεολόγους νέους που θυσιάζονται για το «καλό» της πατρίδας, τουριστικές ατραξιόν και επενδύσεις, Ελληνικό φιλότιμο και «βλακεία», χορό, τραγούδι  και ποτό, αλλά και χάπι-εντ με απροσδιόριστο μέλλον. 

 

Μια χαρακτηριστική γεύση δημαγωγίας που μας ακολουθεί δια μέσω των αιώνων, με διαφορετικούς βέβαια «πρωταγωνιστές» αλλά με πάντα τα ίδια «θύματα», εμάς:

 

 

Η αμίμητη επίσης ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο»-1965 του τεράστιου Αλέκου Σακελλάριου, είναι συνώνυμη με τον πρωταγωνιστικό ρόλο του «διακοσμητικού» υπουργού Λάμπρου Κωνσταντάρα ως  «Μαυρογιαλούρος», ώς «έπος» καταγραφής της πολιτικής μας κατάντιας, χειραγώγησης, πολιτικής απάθειας και ανικανότητας που βγάζει «μάτι», αλλά και πολύ γέλιο. Κανονικά  εμείς οι πολίτες, θα έπρεπε «να σας εξαφανίσομεν» εσάς τους πολιτικούς που τόσα χρόνια εγκαινιάζετε «ζωγραφιστά» έργα, «αφήνετε» τους κομματικούς μηχανισμούς να διοργανώνουν φιέστες υποδοχής και τους κομματάρχες να υπερτιμολογούν δημόσια έργα για να «φτιάχνουν» πρώτα την τσέπη τους και έπειτα το κόμμα τους. Το «μαύρο δαγκωτό» πρέπει να έχει συνείδηση και στόχο, όπως και οι μούντζες στον «Μαυρογιαλούρο».   

 

Σωστά ο Κωνσταντάρας λέει πως «οι γυναίκες και οι πολιτικοί πρέπει να προσέχουν τις περιφέρειες τους» καθώς παρακάτω συμπεραίνει πως «πρέπει να επισκέπτεσαι την περιφέρειά σου, γιατί όταν θα’ ρθουν εκλογές, υπάρχει περίπτωση η περιφέρειά σου να σε γράψει στη περιφέρειά της:

 

 

 

Στο πώς διεξάγονται οι εκλογές, οι υποψήφιοι και ο σχηματισμός των εκλογικών κομμάτων καταλόγων, καθώς  και το πώς «μπαίνουν» και «βγαίνουν» τ΄ αποτελέσματα, «πάνω» και «κάτω» από το τραπέζι, περιγράφει ζωηρά με το ταλέντο και το μπρίο της, η Ρένα Βλαχοπούλου στην «Βουλευτίνα»-1966 σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη. Το πώς μπορείς να «παίρνεις» 80 ψήφους και να «βγαίνεις» Βουλευτής είναι κάτι που το «ζούμε» και σήμερα. Η Βλαχοπούλου παρουσιάζει τον εαυτό της ως υποψήφια και ψεύτρα. Βγάλτε τα συμπεράσματά σας:

 

 

Στο «Καλώς ήρθε το δολάριο»-1967  του Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, είμαστε μές’ την επταετία και πρέπει να προσέχουμε τις ισορροπίες και το χιούμορ. Η εξουσία φθείρει, η εργασία ανυψώνει “Arbeit macht frei” που ΄λέγαν και λένε οι «φίλοι» μας οι Γερμανοί, αλλά και η τεμπελιά πρέπει να τιμωρείται.  Ο Ορφέας Ζάχος σαν σαραντάρης «συνταξιούχος» Νομάρχης με μόλις ενός εξαμήνου θητεία, έχει έναν σπαρταριστό διάλογο με τον εργατικό και ακούραστο «αδελφό» του, Γιώργο Κωνσταντίνου για τις αξίες και τα έργα της ζωής και ως «αξιοπρεπής» κηφήνας, του είναι αδύνατον να εργαστεί για κάτι λιγότερο από αυτό που ο ίδιος εκτιμά. Η δικτατορία εδώ διδάσκει πώς δεν είναι το σύστημα διαβρωμένο αλλά οι ηθικές αξίες που κουβαλούν μέσα τους οι άνθρωποι, γι’ αυτό είναι ήδη διαβρωμένοι. Τα πάντα είναι θέμα ερμηνείας:  

 

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στους αγαπημένους μας «βολευτές» και «βουλευτές». Είμαστε στην περίοδο που ανθεί ο Καραμανλισμός και ο κρατισμός (1955-1963), όπου όλα «γίνονται» και «ξε-γίνονται». Σε σενάριο και σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου η ταινία «Στουρνάρα 288»-1959 είναι μια διδακτική ταινία σε μια σύγχρονη πολυκατοικία της εποχής, με πολλούς «ενοίκους» και πολλούς ρόλους . Τι να πρωτοθυμηθούμε. Τον Ντίνο Ηλιόπουλο ως εξεγερμένο Κύπριο φοιτητή εναντίον των Εγγλέζων κατοχής, τον Διονύσιο Παπαγιανόπουλο ως «αυτοδημιούργητο» εισοδηματία με τρείς πολυκατοικίες προίκα, που τις «αφήνει» στον ακαμάτη “Bon viveur” υιό Νίκο Καζή, τον φιλόστοργο και υπομονετικό θυρωρό Ορέστη Μακρή ή τον καταπληκτικό Απόστολο Αβδή ως Βουλευτή «Καλοχαιρέτα» που σαν  καρικατούρα του Θεάτρου Σκιών με τις αμίμητες κινήσεις του και το κλασικό «Ετελείωσε, ετελείωσε», συνοδεύει ως απρόσβλητη σκιά όλο του πολιτικό μας σύστημα έως σήμερα, που «βολεύει» χήρες, ορφανά, αναξιοπαθούντες κάθε είδους αλλά και φυλακισμένους:  

 

 

Στο «Θανασάκης ο Πολιτευόμενος»-1954, του Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου ο κηφήνας γιός του μπαμπά που γυρίζει από τας Ελβετίας με πτυχίο Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών, Βύρων Πάλλης «Θανασάκης», θέλει να γίνει ένας ακόμη «εθνο-πατέρας» Βουλευτής στις επερχόμενες εκλογές. Αλλά καταφέρνει να γίνει μόνον, ο τεμπέλης προικοθήρας στην πλάτη του εργατικού κουνιάδου του, μπακάλη Ντίνου Ηλιόπουλου, που χρηματοδοτεί τους πολιτικούς του αγώνες, εκμεταλλευόμενος την «αδυναμία» του μπακάλη κουνιάδου του να δει την αδελφή του να ξεφεύγει από το «επίπεδο» της μπακαλικής «ανυποληψίας». Όλα αυτά δεν είναι καθόλου προφητικά, μιας και λίγα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε:

 

 

Στον «Κύριο Πτέραρχο»-1963 σε σενάριο του Αλέκου Σακελλάριου, ο Κώστας Χατζηχρήστος, όπως πάντα δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας που σε ισοπεδώνει. Καταφέρνει να γίνει κρίκος εξουσίας με «προβιά» την στολή του γκρουμ ξενοδοχείου, αλλά  και  συνδετικός ιστός περιπαίζοντας την πολιτική εξουσία, τον Βουλευτή Καράτζοβα  «Διονύση Παπαγιαννόπουλο»  και την στρατιωτική, τον Πτέραρχο «Λάμπρο Κωνσταντάρα»,  αφού μεταξύ τους εξυφαίνονται ρουσφέτια, εκλογές, παντρολογήματα, κοινωνική και επαγγελματική αποκατάσταση:

 

 

Στο «Ζητείται Ψεύτης»-1961 του Γιάννη Δαλιανίδη, ο «άμοιρος ευθυνών» Βουλευτής Θεόφιλος Φερέκης «Παντελής Ζερβός», διαφέρει από τον ανίκανο «Μαυρογιαλούρο», τον δολοπλόκο «Καράτζοβα» και τον φιλεύσπλαχνο «Καλοχαιρέτα». Είναι ο άμεμπτος οικογενειάρχης που σέβεται τους ψηφοφόρους του και προσπαθεί να κάνει πράξη τις επιθυμίες τους, αλλά χρειάζεται επειγόντως την βοήθεια ενός «αξιόπιστου» επαγγελματία ψεύτη. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος  ως «Ψευτοθόδωρος» είναι ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα, «βάζει» τάξη και βγάζει από την δύσκολη θέση ως «υποβολέας», όλους τους πολιτικούς ότι και να πούνε. Στην σημερινή παγκόσμια πολιτική σκηνή τον ρόλο του Φερέκη και του Ψευτοθόδωρου ταυτόχρονα,  τον κάνει τέλεια ο Donald Trump:

 

 

«Εταιρεία Θαυμάτων»-1962 δια γραφής Δημήτρη Ψαθά. Μια ηθογραφική πολιτική, μαύρη κωμωδία που τα έχει όλα. Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια-Πολιτική και πολύ εξουσία. Εκτός από τον άβουλο λαό που σέρνεται από την μύτη, την αστυνομική εξουσία που μένει ανίκανη και παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, με σκοπό να κρατήσει μόνο την τοπική της επιρροή και εύνοια, έχουμε επιπλέον τον «ξένο» παράγοντα που «εξασφαλίζει» εγγυημένα «θαύματα», με ανταλλάγματα γη, χρήματα και πλουτοπαραγωγικές πηγές. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Διαχρονικά όπως βλέπετε, τα «θαύματα» και οι κομπίνες. Ο Βύρων Πάλλης καταπληκτικός ως «προφήτης» του ψευτοάγιου «Αγίου Βαλαντίου»:

 

 

«Η κυρία Δήμαρχος»-1959 του Ροβήρου Μανθούλη,  λόγω Δημοτικών Εκλογών είναι επίκαιρη σαν μια μικρογραφία της πάντα επαρχιακής νοοτροπίας που υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια σε «αγράμματους» αστούς και αγρότες. Εδώ σε μια περίοδο, που οι γυναίκες δεν είχαν πολλά χρόνια που είχαν πάρει δικαίωμα ψήφου, η Βασιλειάδου με περισσό θάρρος θέλει να «εκθέσει» υποψηφιότητα και ο «αδελφός» Νίκος Φέρμας συμφωνεί ότι «Δεν είναι η πρώτη φορά. Κάθε μέρα μας εκθέτεις». Η διαφορά και η πανουργία της Βασιλειάδου είναι στην κατάρτιση του ψηφοδελτίου, που το στελεχώνει με χυμώδεις γυναίκες «όλο προσόντα». Όπως η χήρα Ασπασία «Αλέκα Στρατηγού», που όπως της λέει χαρακτηριστικά η Βασιλειάδου «Τα ΄βγαλες τα μαύρα; Έτσι μπράβο να σε δει κι ο Θεός. Αν ζούσε ο μακαρίτης ο άντρας σου θα ξαναπέθαινε». Πολιτικές κουβέντες … όλο νόημα:

 

 

 

Όλοι θέλουν να κυβερνήσουν. Οι απλοί πολίτες, οι εργάτες, οι βιομήχανοι, οι πλούσιοι, οι φτωχοί, οι εγγράμματοι και οι αγράμματοι. Στην ταινία  «Ανθισμένη Αμυγδαλιά»-1959 του Χρήστου Αποστόλου βρισκόμαστε στα 1880 επί Χαριλάου Τρικούπη και ο καφετζής «Νίκος Σταυρίδης» δυσαρεστημένος από τους φόρους και την διοίκηση του κράτους, λέει στον ποιητή Δροσίνη «Ανδρέα Μπάρκουλη», το κλασικό από γέννησης του Ελληνικού Κράτους, «Με κάνεις εμένα Πρωθυπουργό»:

 

 

Στην ταινία επίσης «Κάνε με Πρωθυπουργό»-1965 σε σενάριο του Νίκου Τσιφόρου, ο τίτλος τα λέει όλα από μόνος του.

 

Η εξουσία δεν φθείρει μόνο, αλλά δρα και σαν διεγερτικό που παρασύρει συνειδήσεις, υπολήψεις και βγάζει στην επιφάνεια τα βαθύτερα κίνητρα των ανθρώπων που την νέμονται. Στο διαχρονικά επίκαιρο «Ένας ήρωας με παντούφλες»-1958, πάλι των του Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, ο στρατηγός Λάμπρος Δεκαβάλας «Βασίλης Λογοθετίδης» βρίσκεται στην δίνη μιας κομπίνας που «στήνει» ο εξάδελφος του και ιδιαίτερος του υπουργού «Λαυρέντης Διανέλλος» για να στήσει ανδριάντα στο ήρωα του Αλβανικού Πολέμου, στρατηγό Δεκαβάλα, με σκοπό να καρπωθεί αναγνώριση, φιλανθρωπία, πατριωτισμό, μεγαλοψυχία, αλλά πάνω από όλα «εύκολο» χρήμα στις τσέπες του από τον κρατικό προϋπολογισμό. Όταν έχεις τέτοια σενάρια  «αρπαχτής» από το παρελθόν, μην απορείς που ο άκρατος φιλελευθερισμός και καπιταλισμός «καλπάζει» ανά την υφήλιο:  

 

 

Το ανησυχητικό  δεν είναι ότι τα φαινόμενα αυτά υπήρχαν και θα υπάρχουν, αλλά ότι πίσω από τα γεγονότα βρίσκονται άνθρωποι που όσα περισσότερα αποκτούν με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο πιο αδίστακτοι και αχόρταγοι γίνονται. Το χρήμα και η εξουσία πάνε «χέρι-χέρι» σ’ αυτόν τον δρόμο. Στο «Αχόρταγο»-1967 σε σενάριο του εμβληματικού Δημήτρη Ψαθά  ο ρακένδυτος Χρήστος Χρυσαφής «Γιάννης Γκιωνάκης», μόλις αποκτά χρήματα, θέση και ισχυρούς φίλους, στρέφεται προς την απόκτηση πολιτικού θώκου και  ξεσπά «ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΔΟΞΑ.....θα γίνω υπουργός, πρωθυπουργός, ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ, ΘΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΩ την Ελλάδα...όχι για μένα, για το καλό της χώρας»:

 

 

Στους «Οι 900 της Μαρίνας»-1960 σε σενάριο του Παναγιώτη Καγιά όλη η μετεμφυλιακή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα παρελαύνει μέσα από τα μάτια των πρωταγωνιστών της ταινίας. Ο πανίσχυρος κομματάρχης Σπύρος Δαλέγγος «Άρης Μαλιαγρός» μπορεί να έχει αριστοκρατικό στυλ, αλλά είναι ξεπεσμένος οικονομικά και ως αντίδωρο προίκας για τη κόρη που θέλει να καλοπαντρέψει, δίνει στον υποψήφιο γαμπρό του, τους …900 ψήφους της επιρροής του. Δολοπλοκία, πολιτικός αριβισμός, ρουφιανιά, κοινωνικοί ελιγμοί και ότι άλλο βάλει ο νους σας, σε μια ταινία, που η κοινωνική της πολιτική μικρογραφία περνά σαν καταιγίδα πάνω στην οθόνη. Θα πρέπει να διδάσκεται σ΄ όλα τα «καλά σχολεία» προπαγάνδας:

 

 

Μια ακόμη ταινία «σεμινάριο» πολιτικής κουλτούρας και κοινωνικού προβληματισμού, «Η κόμισα της Φάμπρικας»-1969  σε σενάριο Γιαλαμά-Πρετεντέρη, έχει μια ακόμη σημειολογική αξία, γιατί πρέπει να γυρίστηκε πριν την δικτατορία και παίχτηκε στους κινηματογράφους, μάλλον με περικοπές, το 1969 εντός δικτατορίας. Αλλά και έτσι να μην είναι, τι να θαυμάσει κανείς και τι να θυμηθεί. Όλοι οι ηθοποιοί είναι άψογοι, Φόνσου-Ληναίος-Ρίζος-Σοϊμοίρη-Τσούκας και τόσοι άλλοι, που με τις καταιγιστικές του ερμηνείες και ατάκες δεν σε αφήνουν να πάρεις «ανάσα». Το αμίμητο «Με είδε ο υπουργός και με θυμήθηκε» του Ληναίου, δείχνει πόσο «αγαθοί» είμαστε αλλά και πόσο ευκολόπιστοι και έτοιμοι να δεχτούμε οποιαδήποτε στρεβλή κατάσταση:

 

 

Στην «Η βίλλα των οργίων»-1964  του Ντίνου Δημόπουλου ο μεγαλοαστός πολιτικός Χάρης Ζάβαλος «Λάμπρος Κωνσταντάρας» βρίσκεται «παγιδευμένος» σε σεξουαλικό σκάνδαλο που απειλεί την θέση του, τα οικονομικά του, την πολιτική και κοινωνική του καριέρα. Η εξουσία πάλι στο προσκήνιο με γλαφυρό και παραστατικό τρόπο. Το γνωστό ελληνικό λαϊκό ρητό «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», σ’ όλο του το μεγαλείο. Όργια, ρεμούλες, ρουσφέτια, μίζες, πολιτική και επιβολή εξουσίας επί σκηνής. Η συνέχεια επί της οθόνης –Ζάβαλος:  

 

 

Στην πολιτική και την ζωή το λαϊκό ρητό λέει «Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη ουδείς». Στο «Θα σε κάνω Βασίλισσα» -1964 για ακόμη μια φορά οι   Σακελλάριος-Γιαννακόπουλος φτιάχνουν τον αμίμητο χαρακτήρα του Κου Μπεϊζάνη «πάνω» στον Θανάση Βέγγο που κι αυτή την φορά είναι ανεπανάληπτος και ακάματος. Στο παρακάτω διάλογο ο «δημοκρατικός» Κος  Μπεϊζάνης, είναι έτοιμος να «καρφώσει» στην Ασφάλεια,  τον υπάλληλο του Γιάννη Βογιατζή που αφελώς του εκμυστηρεύεται την κομματική του ταυτότητα:

 

 

Στον «Τετραπέρατο»-1966 του Κώστα Ανδρίτσου, ο Χατζηχρήστος στον γνωστό του ρόλο ως καφετζής «Δήμος», αναστατώνει με την εξυπνάδα του, το σεξουαλικό ταμπεραμέντο του αλλά και την καπατσοσύνη του όλο το χωριό, τις τοπικές αρχές και ανακατεύει την πολιτική τράπουλα με ανορθόδοξο τρόπο. Ο διάλογος όμως του Βουλευτή Χατζηφωτιά «Νίκος Ρίζος» και του μέλλοντος πεθερού του Χατζηχρήστου, του πάντα μάγκα, Νίκου Φέρμα, χαρακτηριστικός της επιμειξίας, πολιτικής, εκλογών, ρουσφετιού και δολοπλοκίας.

 

Φέρμας – Να δώσω την κόρη μου σ’ αυτόν τον χαμένο

 

Ρίζος (Βουλευτής) – Μου φαίνεται πως το αδικείς το παιδί.

 

Φέρμας – Μην επιμένεις, έπειτα μην ξεχνάς, έχω και δέκα ψήφους.   

 

Ρίζος (Βουλευτής) – Αν το πας εκεί, αλλάζουν τα πράγματα και χαμένος είναι και κακοφτιαγμένος είναι και όπως τα λές είναι. Αλλά  σε παρακαλέσω μια χάρη θέλω. Επειδή οι εκλογές είναι δύσκολες και μας χρειάζεται η ψήφος του, κάνε μου την χάρη να αναβάλλεις την εκτέλεση και άμα ψηφήσει με το καλό και βγει έξω από το εκλογικό τμήμα, κάτσε έξω και μπουμπούνα την.  

 

Φέρμας – Για το χατίρι σου του την χαρίζω.

 

Χατζηχρήστος «Δήμος» σε Ρίζο «Βουλευτή Χατζηφωτιά» - Τι πέτυχες τελικά.

 

Ρίζος (Βουλευτής) – Μην ανησυχείς, πέτυχα αναβολή εκτέλεσης.

 

Μετά απ’ όλα αυτά, όποιος δεν έχει πειστεί ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ, τα τελευταία 200 χρόνια, μάλλον μιλάει στον εαυτό του και του απαντά ο καθρέπτης του.

 

Δείτε ακόμη:  

 

>>  Μέρος 'Α

>> 

>> 

>> 

 >> 

>> 

>> 

>> 

>> 

>>