Μπέττυ Μπαζιάνα

 


Συντάκτης: Έφη Μαρίνου

 


Είναι πολύς καιρός, σχεδόν χρόνια, που η «Εφημερίδα των Συντακτών» επαναφέρει κατά διαστήματα το αίτημα για μια συνέντευξη στην Μπέττυ Μπαζιάνα. Στη διάρκεια μιας περιόδου με έντονα πολιτικά γεγονότα, εκείνη δεν έβρισκε κανένα λόγο να μιλήσει, δεν αναγνώριζε κανένα «ρόλο» που θα της επέβαλλε να τοποθετηθεί ως σύζυγος του πρωθυπουργού. Ούτε τώρα επιλέγει, όπως λέει, να μιλήσει ως έχουσα ρόλο, αλλά ως πολίτης.

 

Μία πολίτης βέβαια, θα προσθέταμε εμείς, που βρίσκεται, καθημερινά, σε απόσταση αναπνοής από τον άνθρωπο που πρωταγωνιστεί στα σημαντικά πολιτικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ελλάδα την τελευταία τριετία καθορίζοντας το μέλλον της. Και, επίσης, μία πολίτης που είχε πάντα πολιτική άποψη, οργανωμένη από φοιτήτρια στον χώρο της Αριστεράς.

 

Η Μπέττυ Μπαζιάνα είναι αυτό που υποψιάζονται οι περισσότεροι: ένας πραγματικά απλός και φυσικά ευγενής άνθρωπος, μια εξαιρετική μητέρα για όσους ξέρουν πώς μεγαλώνει τα παιδιά της, παθιασμένη με τη δουλειά της στο Πολυτεχνείο, συνειδητά αποφασισμένη να μένει μακριά από τα φώτα μιας δημοσιότητας που την αφήνει αδιάφορη.

 

Στη διάρκεια της συνέντευξης προσπαθεί να αποφύγει τη συζήτηση γύρω από τον εαυτό της, στριφογυρίζει επίμονα γύρω από το θέμα που φαίνεται να την καίει, να την εξοργίζει, να την πιέζει να ξεσπάσει, να μιλήσει για κάποια πράγματα που δεν επέλεξε να πει ποτέ δημόσια ούτε ο Αλέξης Τσίπρας: στο πώς και στο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ εξαναγκάστηκε σε συμβιβασμό, δηλαδή στο δικό του Μνημόνιο: «Τα τελευταία τρία χρόνια κάθε 5η Ιουλίου κλαίω από νεύρα, από οργή - ναι, κυριολεκτώ»...

 

• Κυρία Μπαζιάνα, πώς βιώσατε, από ένα τέτοιο μάλιστα «παρατηρητήριο» σαν αυτό που έχετε δίπλα στον πρωθυπουργό, εκείνα τα ακραία πολιτικά γεγονότα το καλοκαίρι του ‘15;

 

Οπως ο κάθε πολίτης, πιστέψτε με. Πριν από το καλοκαίρι του ‘15 όλοι ομολογούσαμε ότι η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο. Οι θυσίες του ελληνικού λαού δεν οδηγούσαν πουθενά, το ήξεραν καλά και οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ, αλλά δεν έκαναν πίσω. Αυτή ήταν η γραμμή των ισχυρών.

 


Το παλαιότερο πολιτικό προσωπικό στη χώρα μας συναινούσε πρόθυμα σε όλα. «Ο,τι θέλετε», έλεγε. Κι όταν ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε για λογαριασμό όλων μας να μπει ένα τέλος στο παράλογο αδιέξοδο. Ομως η διακυβέρνηση που παρέλαβε δεν ήταν ένα καθαρό, ένα άγραφο χαρτί, ώστε να ξεκινήσει από το μηδέν. Το τεφτέρι είχε πολλά χρωστούμενα. Επρεπε να παζαρέψει, να διαπραγματευτεί πάνω σ’ αυτά, με άξονα τις αξίες με τις οποίες εκλέχτηκε.

 


• Επί ένα εξάμηνο παρακολουθούσαμε μια κυβέρνηση που πήγαινε κι ερχόταν στις Βρυξέλλες σε άκαρπες συζητήσεις. Κι ο χρόνος έτρεχε. Χρόνος πολύτιμος που χάθηκε εις βάρος μας.

Δεν είμαι πολιτικός, ούτε οικονομολόγος για να μπορώ να πω πώς θα είχε επιτευχθεί πιθανά ένα καλύτερο αποτέλεσμα στη διαπραγμάτευση. Ισως να υπήρχε άλλος τρόπος, διαφορετική μεθοδολογία ή άλλα εργαλεία χειρισμού. Ούτε θα σταθώ στις προσωπικές πινελιές του κάθε πρωταγωνιστή εκείνων των ημερών.

Με τη ματιά του απλού πολίτη διαπιστώνω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως φορέας μιας συγκεκριμένης πολιτικής για την οποία εκλέχτηκε, ήταν υποχρεωμένος να διεκδικήσει να μπει τέλος σ’ όλο αυτό. Να πει: «Σας τα έχουμε δώσει όλα, δεν έχει μείνει τίποτα». Εκείνη την περίοδο περίσσευε στον καθένα μας το αίσθημα υπερηφάνειας για τη στάση του ελληνικού λαού, αλλά την ίδια ακριβώς στιγμή περίσσευε και η τρομακτική αγωνία, ο έντονος προβληματισμός. Ναι, περνούσε ο καιρός και δεν φαινόταν κανένα φως στο τούνελ.

Γιατί υπερασπιζόσουν την αλήθεια σου, επέλεγες να μη δεχτείς ακόμα μία οικονομική βοήθεια με τους παλιούς όρους· δεν έσκυβες το κεφάλι, δεν έμπαινες σαν άλογο στην κούρσα των προηγούμενων. Κι απέναντί σου οι δανειστές είχαν θέσεις άτεγκτες, ήταν σαν μια τιμωρητική, φασιστική μπότα που προσπαθούσε να σου λιώσει το κεφάλι, να σε πατήσει κάτω επειδή τόλμησες να ξεστομίσεις «δεν αντέχουμε άλλο»... Λες και δεν είχες δικαίωμα να μιλάς, να αντιστέκεσαι.


Αυτή την αντιμετώπιση είχαμε από έξω, ενώ μέσα τον τόνο έδιναν η τρομοκρατία των ΜΜΕ, η πίεση του συστήματος για να υποκύψεις, να μην προσπαθήσεις καν να αρθρώσεις τη φωνή του λαού σου. Προσπάθησαν πάρα πολύ ώστε να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό που ήθελαν: «μια παρένθεση εξουσίας». Το χειρότερο όλων, αυτό που δεν μπορώ να τους συγχωρήσω, είναι η απαίτησή τους να παραιτηθούμε από το δικαίωμα να έχουμε γνώμη πάνω στη μοίρα μας, να παραιτηθούμε από κάθε μάχη για να ορίσουμε το μέλλον μας. Η απαίτηση, μέσα κι έξω, ήταν να υποταχθούμε και μάλιστα γρήγορα.

 

Μπέττυ Μπαζιάνα

 

• Ομως το γεγονός παραμένει: άλλα υποσχέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ κι άλλα έκανε.

Αυτό το λέει ποιος; Εκείνοι που έσκυβαν το κεφάλι χωρίς να «χάσουν» καθόλου χρόνο, πρόθυμοι σε όλες τις εντολές; Αυτοί που έχουν χρεωθεί για πάντα την αναξιοπρέπεια της υποταγής τους;

 

• Αυτό το λέει κι ένας καλόπιστος πολίτης, ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ ή όχι, που είχε πιστέψει το προεκλογικό του πρόγραμμα, που είχε ελπίσει στη μεγάλη ανατροπή…

Καταλαβαίνω... Ομως, υπάρχει το γεγονός μιας αλήθειας που εκείνη την περίοδο καταπλακώθηκε μέσα στην ολομέτωπη επίθεση κατά της κυβέρνησης. Της αλήθειας ότι ο Τσίπρας το οδήγησε μέχρι εκεί που μπορούσε να το πάει, έχοντας συναίσθηση της ευθύνης για ό,τι είχε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό, αλλά και της ευθύνης μπροστά στο διακύβευμα. Γι’ αυτό δεν δέχομαι τις κατηγορίες περί προδοσίας και εξαπάτησης.

Δεν είχε άλλα στο μυαλό του κι άλλα έκανε, δεν είπε ψέματα, δεν οπισθοχώρησε. Πάλεψε να διαχειριστεί μια σκληρή, αμετακίνητη κατάσταση που ορθώθηκε μπροστά του άκρως απειλητική. Και το πήγε ώς το όριο της αντοχής που είχε η χώρα μπροστά στην τρομακτική πίεση, τον πνιγμό, την τιμωρία. Είναι περιττό να πω αν συμφωνεί ο Τσίπρας με ό,τι αναγκάστηκε να κάνει, ότι θα ήθελε να τα κάνει όλα αλλιώς. Ναι, αγωνίστηκε όσο καλύτερα μπορούσε έχοντας απόλυτη συναίσθηση της επικίνδυνης κατάστασης.

Διαπραγματεύτηκε μέχρι τελευταία στιγμή για μια συμφωνία που δεν θα υπάκουε στους ίδιους νόμους του αδιεξόδου: στην παράλογη λιτότητα. Και στην τελευταία πρόταση συμφωνίας από τους δανειστές, στο εκβιαστικό «take it or leave it», πάλεψε όσο άντεξε. Και έκανε αυτό που κάθε δημοκράτης, αριστερός πολιτικός θα έκανε: ρώτησε τον λαό που τον εξέλεξε προκειμένου να αντισταθεί, «να υπογράψω;» Και ο λαός μας απάντησε περήφανα και αποστομωτικά: «όχι», παρ’ όλη τη βία εκείνης της κρίσιμης εβδομάδας πριν από το δημοψήφισμα, την απίστευτη προπαγάνδα· τότε που το παλιό σύστημα έπαιζε τα ρέστα του… Θυμάστε όσους έτρεχαν να φυγαδεύσουν τις καταθέσεις τους με τον φόβο του κουρέματος των τραπεζικών καταθέσεων;

Θυμάστε τον διχασμό; Eκείνοι που είχαν να χάσουν πολλά και είχαν ήδη βγάλει τα χρήματά τους στο εξωτερικό και εκείνοι που δεν είχαν να χάσουν πια τίποτα. Ο Τσίπρας ζήτησε την κρίσιμη στιγμή τη γνώμη του ελληνικού λαού, κι αυτός, παρ’ όλο των ωμό εκβιασμό, που του έκλεισαν προκλητικά τις τράπεζες, του είπε: «να αντισταθείς». Θυμάστε τη συγκέντρωση του «όχι» στο Σύνταγμα; Μια φωνή που δυνάμωνε, μια δύναμη που μας ένωνε… Και μια μεγάλη απορία: μα τελικά ήμασταν τόσοι πολλοί και θέλουν να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχουμε;...

Ο Τσίπρας, έχοντας ρωτήσει τον ελληνικό λαό στο δημοψήφισμα, έφυγε για να διαπραγματευτεί ξανά με τους δανειστές μια καλύτερη συμφωνία. Είχε πάρει καθαρή εντολή δικαιότερης συμφωνίας, όχι εντολή ρήξης ή εξόδου από την Ευρώπη ή το ευρώ. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν σαφές: «Συμφωνείτε με την πρόταση των δανειστών;». Στηριζόμενος στο κρυστάλλινο «όχι» του ελληνικού λαού, επέστρεψε με μια συμφωνία που ήταν μακριά από αυτό που οραματιζόταν αρχικά. Εκανε έναν συμβιβασμό, όχι όμως ταπεινωτικό· έναν συμβιβασμό που πίστευε ότι είχε μια προοπτική: να οδηγήσει τελικά στο τέλος της ηγεμονίας των ισχυρών, στο τέλος της παράλογης λιτότητας.

 

Μπέττυ Μπαζιάνα

 


Κι έκανε πάλι αυτό που θα έπρεπε να κάνει κάθε αριστερός πολιτικός που σέβεται την ψήφο του λαού του, αλλά κυρίως σέβεται τον εαυτό του: έθεσε ξανά στην κρίση του λαού τις επιλογές του προκαλώντας τις εκλογές του Σεπτέμβρη του ’15. Είπε ξεκάθαρα: «Στις πρώτες εκλογές εκλέχθηκα με ένα πρόγραμμα που οραματιζόταν τον άμεσο τερματισμό της ατιμωτικής επιτροπείας και της λιτότητας. Εδωσα έναν γνήσιο, καθαρό αγώνα, με όσες δυνάμεις είχα. Αυτά κατάφερα. Ζήτησα τη γνώμη σας στα δύσκολα, στο αδιέξοδο. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν στα χέρια μου δύναμη. Που δυστυχώς υποτιμήθηκε. Αυτή τη συμφωνία έφερα. Συμφωνείτε; Συνεχίζουμε μαζί τον αγώνα;» Και ο λαός μας, απάντησε πάλι. Και εμπιστεύτηκε ξανά στον ΣΥΡΙΖΑ την ελπίδα.

 

• Για κάποιους όμως η ελπίδα, τα όνειρα προδόθηκαν, τα λόγια αποδείχτηκαν ψέματα.

Αν η κριτική αυτή εκπορεύεται από αυτούς που πάντα ήταν υποτελείς και τάσσονταν με το συμφέρον του ισχυρού για να διαφυλάξουν το δικό τους συμφέρον, ένα έχω να πω: δεν τους αναγνωρίζω κανένα δικαίωμα να μιλάνε για τα δικά μου όνειρα, μια και ποτέ δεν συναντήθηκαν με τα δικά τους. Αν πάλι η κριτική αυτή εκπορεύεται από ανθρώπους που μοιραστήκαμε την κοινή αγωνία, την κοινή προσδοκία, το κοινό όνειρο, έχω να πω ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει... Δεν ξέρω τι νόημα θα είχε αν είχαμε αυτοκτονήσει συλλογικά... Ο πόλεμος έχει πολλές μάχες.

 

• Πολλοί σύντροφοί σας το είδαν αλλιώς. Σας εγκατέλειψαν τη στιγμή του συμβιβασμού, τη στιγμή του «αριστερού» Μνημονίου.

Δεν θα μιλήσω με όρους τρέχουσας πολιτικής. Η ιστορία της διάσπασης μας πλήγωσε όλους, οργανωμένους ή μη στον ΣΥΡΙΖΑ, ανθρώπους σε θέση ευθύνης, απλούς ψηφοφόρους, πολίτες που πίστεψαν ότι τα μνημόνια τελείωσαν. Σύντροφοί μας ακολούθησαν μια άλλη επιλογή. Δεν επιλέγω τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς, δεν κατηγορώ κανένα. Πιστεύω ότι αυτή η πληγή δεν έχει κλείσει. Ολοι έχουμε έναν πόνο.

Ας μιλήσουμε κάποτε γι’ αυτόν, ας συζητήσουμε μέσα από την ευθύνη των επιλογών που είχε ο καθένας. Η περίοδος του δημοψηφίσματος και ό,τι ακολούθησε είναι μια κρίσιμη ιστορικά περίοδος, ζωντανή ακόμα. Ας την ψάξουν οι ιστορικοί, ας αποδώσουν τα γεγονότα ψύχραιμα, σωστά. Ως πολίτης θα ήθελα να διαβάσω μια πολιτική και κοινωνιολογική αποτίμηση εκείνων των ημερών. Το 61,3% του «όχι» δεν ήταν ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ. Τι ένωσε αυτούς τους ανθρώπους;

Η δύναμη του να πεις: «υπάρχω». Τι έκανε έναν κόσμο ν’ ακολουθήσει τον Τσίπρα; Η διαπίστωση του αδιέξοδου, η προσβολή της αξιοπρέπειάς του. Είπε «όχι» την ίδια ώρα που κάποιοι τον εκβίαζαν, τον οδηγούσαν στην ασφυξία, του έλεγαν ότι θα μείνει χωρίς δουλειά, δεν θα υπάρχει σύνταξη, μισθός, τα φάρμακα θα εξαφανιστούν. Προσωπικά μιλώντας, τα τελευταία τρία χρόνια κάθε 5η Ιουλίου κλαίω από νεύρα, από οργή – ναι, κυριολεκτώ.

Πώς είναι δυνατόν να υποτιμήθηκε τόσο η γνώμη ενός λαού από τους ισχυρούς δανειστές-δυνάστες του; Ποια «δημοκρατία» των ισχυρών μπορεί να αγνοήσει την επιλογή ενός λαού να ακολουθήσει άλλο δρόμο και να δικαιολογήσει το πραξικόπημα σε βάρος του; Θυμηθείτε, το μήνυμα που διαδόθηκε παγκόσμια σαν φλόγα εκείνο το βράδυ της μαραθώνιας διαπραγμάτευσης: This is a coup...

 

• Αυτοί που επέλεξαν να φύγουν χρησιμοποίησαν βαριές κουβέντες.

Πράγματι. Ξαναμπήκαν στην αριστερή φρασεολογία λέξεις όπως προδοσία, ψέματα, ρεφορμισμός. Ξυπνάνε μνήμες που πλήγωσαν την Αριστερά… Οργανώθηκα στον Συνασπισμό το 1990. Ο πατέρας μου ήταν ΚΚΕ μέχρι τέλους. Κι όταν μετά τη διάσπαση του 1991 το ΚΚΕ αποφάσισε να φύγει από τον Συνασπισμό, εγώ παρέμεινα και οι δρόμοι μας χώρισαν.

Εκείνος τότε θυμάμαι μου είπε: «Μη στενοχωριέσαι, οι άνθρωποι πάντα ξανασυναντιούνται στους δρόμους των αγώνων». Εναν χρόνο μετά πέθανε. Μέσα στα πάθη της Αριστεράς εκείνης της εποχής, η φράση του κάθισε στην ψυχή μου σαν βάλσαμο. Παρ’ όλο που η Ιστορία έχει δείξει ότι πολλές φορές οι πολιτικές διαφωνίες είναι ικανές να συντηρήσουν μίση, πιστεύω ότι το μέλλον της Αριστεράς θα είναι διαφορετικό. Ναι, οι άνθρωποι που ονειρεύονται έναν κόσμο δικαιότερο ξανασυναντιούνται σε κοινούς αγώνες. Και οι χαρακτηρισμοί δεν χωράνε…

 

• Πάντως η κριτική που δέχτηκε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε μόνο από τα αριστερά, ήταν πολύπλευρη...

Από το παλιό πολιτικό προσωπικό ήταν αναμενόμενο. Πάλεψε για να εξομοιωθεί στα μάτια του κόσμου ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί τους: «Δεν έχεις δικαίωμα να σηκώσεις κεφάλι, να ρωτήσεις τον λαό. Υπόγραψε ό,τι υπογράφαμε κι εμείς ώς τώρα, κανένας δεν είναι καθαρός, ούτε εσύ»… Οσο όμως και αν κατέβαλαν το μέγιστο των δυνάμεών τους, σχεδόν λυσσαλέα, η Ιστορία έχει καταγράψει ξεκάθαρα τη διαφορά ήθους και πολιτικής. Αυτά που έχουν γραφτεί, δεν ξεγράφονται...

 

• Ωστόσο εκείνες τις κρίσιμες στιγμές που ο λαός διχάστηκε, που κάποιοι είχαν να χάσουν πολλά και οι περισσότεροι τίποτα, όπως είπατε, υπήρχε και ο κόσμος της εργασίας που έχανε πενιχρές οικονομίες μιας ζωής.

Γι’ αυτούς ακριβώς η κυβέρνηση αναγκάστηκε να συμβιβαστεί, όχι όμως προτού δώσει τη μάχη που υποσχέθηκε. Θα μπορούσα να μπω στην κουβέντα: Γιατί δεν απορρίψαμε κάθε συμφωνία με τους δανειστές; Γιατί δεν σηκωθήκαμε να φύγουμε, να τελειώσει η κοροϊδία σε βάρος μας; Δεν είμαι οικονομολόγος για να ξέρω ποια θα ήταν η εξέλιξη. Για ένα, όμως, είμαι απολύτως σίγουρη: ότι η επιλογή της άτακτης σύγκρουσης θα έκανε τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους.

Οι φτωχοί τα είχαν ήδη χάσει όλα. Οι πλούσιοι είχαν βγάλει τα χρήματά τους στο εξωτερικό. Και, σε περίπτωση κατάρρευσης, περίμεναν να πέσουν σαν όρνια να αγοράσουν μισοτιμής... Η Ιστορία είναι ζωντανός οργανισμός, δεν έχει τελειώσει ακόμα, συνεχίζει να γράφεται.

 

Πηγή: Η Εφημερίδα των συντακτών

 

Διαβάστε όλη την συνέντευξη εδώ  https://www.efsyn.gr/arthro/o-syriza-pire-tin-kyvernisi-alla-den-pire-tin-exoysia