Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: Ένα ταλέντο με πολλά διαφορετικά πρόσωπα

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: Ένα ταλέντο με πολλά διαφορετικά πρόσωπα

Ταλαντούχος. Αναμφίβολα αυτή είναι η πρώτη λέξη που σου έρχεται στο μυαλό για το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, ο οποίος «έφυγε» τα ξημερώματα από τη ζωή, σε ηλικία 63 ετών. Ο τραγουδοποιός, όμως, ήταν μια πολυδιάσταστη προσωπικότητα, ένας άνθρωπος που στη διάρκεια της καριέρας του μάς έδωσε πολύ καλές μουσικές στιγμές, αλλά προκάλεσε και πολλές αντιπαραθέσεις γύρω από το όνομά του. Κάποτε ο ίδιος είπε μια ατάκα που ίσως συγκεντρώνει μέσα της όλα όσα ήταν ο ίδιος: «Αριστερός είμαι», είχε απαντήσει σε κριτική που είχε δεχθεί για το lifestyle του και τις αντιφάσεις του, «όχι μαλάκας».

Απείθαρχος
1978, στη Μπουάτ «Λήδρα»... «Τι τραγουδάς εσύ;» ρωτάει ο Πάνος Τζαβέλλας το νεαρό που στέκεται μπροστά του. «Μπομπ Ντίλαν και τέτοια», τού απαντάει εκείνος.

Ο Τζαβέλλας του δίνει δουλειά και τον φωνάζει περιπαικτικά «Ντίλαν». Το πραγματικό του όνομα ήταν Λαυρέντης Μαχαιρίτσας. Είχε γεννηθεί στο Βόλο και στα έξι του χρόνια κάνει μαθήματα πιάνου. Για έναν χρόνο. Αρκούσε για να καταλάβει ότι αγαπούσε τη μουσική. Αρκούσε το πιάνο και -όπως συνέβη σε πολλούς ανθρώπους της γενιάς του και όχι μόνο- οι Beatles. Και μάλλον αποφάσισε ότι θέλει να γράφει τραγούδια όταν άκουσε το Revolver. Στο σχολείο πατώνει, πλακώνεται με έναν καθηγητή, τρώει αποβολή και το εγκαταλείπει πρόωρα. Η πρώτη δουλειά που κάνει είναι στην αποθήκη της δισκογραφικής εταιρείας Μίνως Μάτσας και Υιός. Είναι ασυνεπής, τσακώνεται με το διευθυντή του και τον απολύουν. Όπως είχε γράψει ο Μάκης Μάτσας στο βιβλίο του «Πίσω από τη Μαρκίζα, 40 χρόνια ελληνικής μουσικής όπως την έζησα»: «Τον θυμάμαι χαρακτηριστικά: ένας ατίθασος και απείθαρχος νεαρός, που ήταν αδύνατον να συμμορφωθεί με τους κανόνες και τα ωράρια. Σχεδόν κάθε μέρα είχε και έναν καβγά με τον διευθυντή πωλήσεων, τον Βασίλη Μιχαηλίδη, ο οποίος τον απέλυσε από τη δουλειά». Χρόνια αργότερα θα επιστρέψει στην εταιρεία ως δημιουργός πλέον. Κάνει δεκάδες δουλειές του ποδαριού, όπως μπάρμαν, παρκαδόρος, σερβιτόρος σε καφετέρια και πολλές άλλες. Στο στρατό υπηρετεί 14 μήνες σαν προστάτης και άλλους 5-6 μήνες φυλακή, επειδή ήταν απείθαρχος. Και μάλλον αυτή είναι η δεύτερη λέξη που χαρακτήριζε την προσωπικότητα του Μαχαιρίτσα: Απείθαρχος.

Πεισματάρης

Έχοντας κάνει την αρχή με τον Τζαβέλλα και τα αντάρτικα -που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή, αποφασίζει να πάει το όλο θέμα πιο κάτω και ιδρύει, το 1980, τους P.L.J. Band. Ήταν τα αρχικά από τα ονόματα των μελών του γκρουπ: (Paul: Παύλος Κικριλής – ακουστική κιθάρα. Larry: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας – φωνή και κιθάρα. Jimmy: Δημήτρης Βασαλάκης – ηλεκτρικό μπάσο).

Το 1982 βγάζουν δίσκο στην εταιρεία Vertigo, το «Armageddon», το οποίο περιείχε 9 κομμάτια σε αγγλικό στίχο ή instrumental. Πούλησε μόλις 400 κομμάτια, αλλά οι P.L.J. Band δεν πτοήθηκαν. Φεύγουν στο Παρίσι, ελπίζοντας να έχουν την τύχη του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ή του Ντέμη Ρούσου. «Οι Aphrodite's Child αποθεώθηκαν, εμείς δεν κάναμε τίποτα. Αφήσαμε ένα ντέμο του άλμπουμ Armageddon στην τότε δισκογραφική εταιρεία Polygram. Μας απάντησαν: 'θα σας ειδοποιήσουμε'», έχει πει ο Μαχαιρίτσας για εκείνη την εποχή. «Η δισκογραφική εταιρεία μας είπε πως ο ήχος της μουσικής μας δεν τους ενδιέφερε. Δεν το πήραν ούτε καν ως έθνικ μουσική. Για εμάς κύρια επιρροή του άλμπουμ ήταν ο βυζαντινός ήχος. Το πήραν σαν τεχνορόκ. Ήταν μια περίοδος που το βρετανικό Νέο Κύμα σάρωνε τα πάντα. Οι δισκογραφικές είχαν ενδιαφέρον μόνο για συγκροτήματα που το υποστήριζαν. Επιστρέψαμε στην Ελλάδα απογοητευμένοι», έλεγε. Επιστρέφουν πάμφτωχοι, πεινασμένοι κυριολεκτικά και αποφασίζουν να το πάρουν αλλιώς: Ελληνικός στίχος και ελληνικό όνομα. Και γεννιούνται οι Τερμίτες, ένα όνομα-φόρος τιμής στους Beatles. Στο συγκρότημα προστίθεται ο Φίλιππος Σπυρόπουλος στα τύμπανα, ενώ στίχους σε αρκετά κομμάτια γράφει ο Μιχάλης Μαρματάκης. Ακολουθεί ο ομώνυμος δίσκος Τερμίτες και ένα χρόνο αργότερα το 1984 κυκλοφορεί ο δίσκος «Αμαρτωλή Μαρία», με τη συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα.

Τερμίτες, Σκόνη

«Aισθανόμουν φοβερή απομόνωση στο φινάλε των PlJ Band. Επρεπε να επαναπροσδιορίσω τι ήθελα. Κατ' αρχήν δεν ήξερα καλά αγγλικά. Τα τραγουδούσα παπαγαλία. Τα υπόλοιπα παιδιά της μπάντας έγραφαν τους στίχους. Ούτε η προφορά μου ήταν ιδιαίτερα καλή. Τότε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 είπα να κάνουμε τραγούδι στα ελληνικά. Και αυτό ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Δεν θα μπορούσα να πιάσω τον Σαββόπουλο γιατί ήταν πολύ ψηλά στιχουργικά και αυτό με τρόμαζε. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα μπορούσα να κάνω έναν δίσκο σαν τον 'Μπάλο', που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του. Υπήρχαν όμως κάποιες άλλες μουσικές αξίες που μπορούσα να συνομιλήσω μαζί τους. Το άλμπουμ 'Απέραντα χωράφια' του Κώστα Τουρνά ήταν μία. Και ο 'Ακρίτας' του Σταύρου Λογαρίδη μία ακόμα. Ήταν δουλειές κοντά σε μένα. Τις άκουγα, με επηρέαζαν. Το μεγάλο μπαμ όμως έγινε με τα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Όταν άκουσα εκείνο το άλμπουμ είπα 'αυτό είναι!'. Αισθάνθηκα πως υπήρχε χώρος για μένα. Βρήκα έναν άνθρωπο που μου έγραφε περίεργους στίχους, τον Μιχάλη Μαρματάκη, και κάναμε τα πρώτα τραγούδια, τη 'Σκόνη', τους 'Τερμίτες'». Δύο χρόνια αργότερα την παραγωγή των δίσκων για τους Τερμίτες αναλαμβάνει η Virgin και κυκλοφορεί το «Τσιμεντένια τραίνα». Από το συγκρότημα έχει αποχωρήσει ο Δημήτρης Βασαλάκης και πλέον ο Παύλος Κικριλής γίνεται ο μπασίστας του συγκροτήματος.

Την ίδια χρονιά οι Τερμίτες έδωσαν συναυλία στο Λυκαβηττό, στην οποία συμμετείχαν οι Γιώργος Νταλάρας, Σάκης Μπουλάς και Αντώνης Βαρδής. Ήταν εκείνη η βραδιά που γεννήθηκε ουσιαστικά στη σκηνή του θεάτρου του Λυκαβηττού το κομμάτι «Πόσο σε θέλω». Οκτώ χρόνια από τα πρώτα βήματα των Τερμιτών, το 1988 το συγκρότημα κυκλοφορεί τον τελευταίου του δίσκο με την ονομασία «Περιμένοντας τη βροχή». Στη συνέχεια, τα μέλη του συγκροτήματος αποφάσισαν τη διάλυση του σχήματος επειδή είχε αρχίσει να αλλοιώνεται το στιλ του και επειδή η rock μουσική δεν ακουγόταν εκείνη την εποχή στον Ελληνικό χώρο. Και κάπου εκεί αρχίζει η σόλο καριέρα του Μαχαιρίτσα.

Εμπορικός
«Ήμουν κολλημένος με το τεχνορόκ, με το προγκρέσιβ-ροκ, πες το όπως θες. Δεν με ενδιέφερε να κάνω τραγούδια. Μου άρεσαν τα κόνσεπτ άλμπουμ. Το θέμα ροκ στην Ελλάδα σηκώνει πολλή κουβέντα. Σου απονέμουν ή σου αφαιρούν το ροκόσημο κατά το δοκούν. Υπάρχουν οι ινστρούχτορες που λένε ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι. Λες και για να κάνεις ροκ πρέπει υποχρεωτικά να είσαι από καμιά γειτονιά της Θεσσαλονίκης ή από το Πέραμα. Αυτά είναι περίεργα κόλπα. Το ροκ σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ευρύτατο φάσμα. Τι νομίζουν όλοι αυτοί οι ινστρούχτορες της ροκιάς στην Ελλάδα, πως είναι ροκ; Μόνο οι Red Hot Chili Peppers; Οι King Crimson ήταν ροκ. Οι America που έπαιζαν μπαλάντες ήταν ροκ. Το ροκ πιάνει από τη συμφωνική μουσική ώς το έθνικ. Εδώ έχουμε συγκεκριμένη συνταγή. Ροκ είναι ο Πουλικάκος. Ροκ είναι τα Ξύλινα Σπαθιά. Εγώ δεν λέω πως δεν είναι ροκ όλοι αυτοί. Λέω πως ροκ δεν είναι μόνο αυτοί», έχει πει ο Μαχαιρίτσας.

Η προσωπική καταξίωση για τον ίδιο, που δεν ήρθε με τους Τερμίτες, θα αργούσε μερικά χρόνια ακόμη. Παρότι ο πρώτος του προσωπικός δίσκος «Ο Μαγαπάς και η Σαγαπώ» θα πάει απλώς συμπαθητικά, ο ίδιος θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα. Ενώ τον συντηρεί η γυναίκα του, ζητεί απεγνωσμένα δουλειά από τον Αντώνη Βαρδή και το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Το ταλέντο του θα αναγνωριστεί τελικά το 1991 με τον δίσκο «Διδυμότειχο blues», όπου το ομώνυμο τραγούδι, χάρη και στην καθοριστική συμμετοχή του Γιώργου Νταλάρα, θα κάνει τεράστια επιτυχία. Ο Μαχαιρίτσας, το 2010 θα δήλωνε ότι με τον Νταλάρα «δεν ξέρει αν θα μπορούσε να συνυπάρξει ξανά». «Όλη μου η ζωή άλλαξε μετά το 'Διδυμότειχο'. Μέχρι τότε είχα πρόβλημα. Δούλευε η γυναίκα μου που ήταν αγιογράφος, από τότε ζούσαμε μαζί και με συντηρούσε», είχε πει σε συνέντευξή του. «Μετά, το 1989, έκανα έναν δίσκο μόνος που πήγε άπατος. Ο «Μαγαπάς και η Σαγαπώ» λεγόταν. Ηταν σαν μια συνέχεια από τους Τερμίτες.

Είχε ένα τραγουδάκι που ψιλοακούστηκε εκείνη την περίοδο, όμως με έπιασε μια απογοήτευση μεγάλη. Έλεγα πως η καριέρα μου είχε τελειώσει. Πως όλη αυτή η ιστορία ήταν μάταιη. Τότε προέκυψε το «Διδυμότειχο μπλουζ». Ο Νταλάρας ήταν το όχημα, δεν ήταν το διά ταύτα. Εγώ έγραψα αυτό το τραγούδι για να το πω με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου που θέριζε τότε. Ό,τι τραγουδούσε γινόταν χρυσός. Ήθελα να κάνω ένα ζεϊμπέκικο – ροκ. Αυτή ήταν η σκέψη. Ζεϊμπέκικο στην αρχή και Thin Lizzy στο φινάλε. Πήγα στον Μάτσα στην EMI και του είπα πως αυτό το τραγούδι θέλω να το πω με τον Βασίλη. Η απάντησή του ήταν απρόσμενη. 'Ποιος Βασίλης; Tον Νταλάρα θα βάλουμε', είπε. Ο Μάτσας επέμενε για τον Νταλάρα. Έλεγε πως αν το πει, το όλο πράγμα θα εκτοξευόταν. Κάναμε πρόβες, το κυκλοφορήσαμε και έγινε αυτό που έγινε».

Από εκεί και πέρα, πάντως, θα έχει ανοδική πορεία γνωρίζοντας και εκτελώντας πολύ καλά τη μαγική συνταγή των «έντεχνων» πάντα σουξέ: «Νότος», «Ένας Τούρκος στο Παρίσι», «Και τι ζητάω», «Άννα». Πολλά από τα τραγούδια του, βέβαια, βασίζονται σε ιταλικές μελωδίες. «Στη δουλειά μας δεν υπάρχει παρθενογένεση», έχει πει ο ίδιος.

Οικογενειάρχης
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας παντρεύτηκε όταν ήταν περίπου 40 ετών. Μέχρι τότε «κοιμόμουν όταν νύσταζα, έτρωγα όταν πεινούσα, γυρνούσα σπίτι όταν δεν μπορούσα να πάω πουθενά αλλού. Έχω πιει, έχω καπνίσει και έχω κοιμηθεί σε άπειρα σπίτια. Κάποια στιγμή είπα 'αυτή τη γυναίκα τη γουστάρω και θέλω να μείνω μαζί της'. Αυτό ήταν όλο», είχε πει στο δημοσιογράφο Πάνο Γιαννακόπουλο. Παντρεύτηκε το 1992 στο Μοναστήρι Πεντέλης. Όλοι κι όλοι ήταν στην τελετή τέσσερα άτομα. Το ζευγάρι και οι κουμπάροι. «Με πάντρεψε ένας παπάς γνωστός από τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις. Δεν έμαθε κανείς ότι παντρεύτηκα. Και ήταν σε μια περίοδο που έδινα πέντε συνεντεύξεις το μήνα». Ο γάμος άλλαξε τη ζωή του με πολλούς τρόπους.

Δεν είχε διστάσει να παραδεχτεί πως είχε καπνίσει ναρκωτικά αλλά ποτέ δεν έφαγε κόλλημα. «Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, για παράδειγμα, κάναμε παρέα. Ήρθε ένα πρωί που τα έκοψα όλα μαχαίρι», είχε πει. Πότε συνέβη αυτό; «Όταν γνώρισα τη γυναίκα μου. Είχαμε το πρώτο μας ραντεβού σε ένα μαγαζί. Νωρίτερα είχα πάει σε ένα φίλο μου και κάναμε 'τσιγάρο'. Στο ραντεβού, η γυναίκα μου μού μιλούσε και δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε. Μάλιστα, είχε έρθει με μία φίλη της, η οποία γύρισε κάποια στιγμή και ρώτησε 'τι λέει αυτός;'. Εκεί είπα 'τέρμα δεν ξανακάνω'». Δεν ήταν, όμως, μόνο ο έρωτας ο λόγος που αποφάσισε να τα κόψει. «Κάποια στιγμή με κούρασε αυτό το πράγμα. Και τώρα, ως πατέρας, λέω στην κόρη μου και στα νέα παιδιά 'μακριά'. Ευτυχώς, οι φόβοι μου με συγκράτησαν και δεν έπεσα σε επικίνδυνα πράγματα. Γι' αυτό σταμάτησα. Είπα, 'άσε, προτιμώ να ζήσω'». Από το γάμο τους απέκτησαν μία κόρη, η οποία σπούδασε κινηματογράφο στην Αγγλία. «Είχα πει ότι θέλω να κάνω ένα σπιτικό, να βρω μια γυναίκα που να τη γουστάρω και να με γουστάρει, κάναμε ένα παιδί και αγωνίζομαι γι’ αυτούς. Αν υποθέσεις ότι η μισή μου ζωή είναι το τραγούδι, γιατί η άλλη μισή είναι η κόρη μου, δε θα μπορούσε να μην υπάρχει η αγάπη του κόσμου», είχε πει στο περιοδικό «People».

Καταχρήσεις και κατάθλιψη
«Χρωστάω στη γυναίκα μου, στην κόρη μου. Τούς το είπα κιόλας με το τραγούδι 'Τόσα χρόνια μια ανάσα'. Αυτό λέει το τραγούδι αυτό. Είναι δύσκολο να πεις ευχαριστώ. Το 'ευχαριστώ' δε λέγεται εύκολα. Λες ενδόμυχα 'ο άλλος πρέπει να το κάνει για μένα γιατί να μην το κάνει;'. Όχι, δεν είναι έτσι. Όπως και η 'συγγνώμη' δεν λέγεται εύκολα. Σε πολλούς ανθρώπους χρωστάω. Στον Νταλάρα που ήταν ο άνθρωπος που με βοήθησε με το 'Διδυμότειχο Μπλουζ' και τη 'Σκόνη'. Σε όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν μαζί μου, στους παραγωγούς, με τους οποίους δεν έχω πια με όλους καλές σχέσεις, δεν έχει σημασία. Χρωστάω ένα ευχαριστώ».

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Τόσα χρόνια μια ανάσα

Το πρόβλημα υγείας, το οποίο τελικά πιθανώς οδήγησε και στο θάνατό του, δεν ήταν καινούργιο. Απλώς ο ίδιος νόμιζε ότι το είχε ξεπεράσει, μαζί με την κατάθλιψη που τον τυράννησε για πολύ καιρό:

«Είχα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, ένα πρόβλημα καρδιακό που πλέον το ξεπέρασα. Και ξέρεις, αυτό σου δημιουργεί κατάθλιψη εκ των πραγμάτων. Και μάλιστα η δικιά μου τότε, ήταν μανιοκατάθλιψη. Δεν είναι το ίδιο. Με τη μανιοκατάθλιψη αισθάνεσαι ότι είναι κοντά ο θάνατοι. Και αυτό σε τρομάζει. Το ξεπέρασα, έκανα και ό,τι έπρεπε να κάνω για την υγεία μου και το ξεπέρασα. Αλλά μήπως ελέγχεται η κατάθλιψη; Όλος ο κόσμος χάπια παίρνει. Οι περισσότερες μορφές κατάθλιψης έχουν αιτία. Αν κάτσεις και σκεφτείς λίγο, καταλαβαίνεις για ποιο λόγο υπάρχει. Αν δεν έχει λεφτά ο κόσμος να πληρώσει τα έξοδα του, τα χρέη του, παθαίνει κατάθλιψη...», είχε πει σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή του.

Αμφιλεγόμενος
2009: Η συναυλία στο River Party έχει μόλις τελειώσει και ο Μαχαιρίτσας αποχωρεί με το αυτοκίνητό του. Κάποιος, βλέποντάς τον να οδηγεί μια Jaguar, θα φωνάξει: «Μαχαιρίτσα, άλλα όμως τραγουδάς». Το παραπάνω περιστατικό το αφηγείται ο ίδιος, σε συνέντευξή του, σπεύδοντας να προλάβει τις κακές γλώσσες που τον κατηγορούν για ανακολουθία λόγων και πράξεων με τη φράση: «Αριστερός είμαι. Όχι μαλάκας». «Όταν περνάει κάποιος καιρός κι έχω ανάγκη να γράψω, το κάνω. Η στιγμή της δημιουργίας είναι πολύ ωραίο πράγμα. Και η στιγμή που φτιάχνεις ένα τραγούδι, η στιγμή που είσαι στο στούντιο και αρχίζεις να το βλέπεις να παίρνει σάρκα και οστά. Αυτά είναι τα δύο πράγματα που αξίζουν στη δουλειά. Τώρα, τα λεφτά... είναι ένα μέσο για να βιοπορίζεσαι.

Η διασημότητα δεν με ενδιέφερε ποτέ, αλλά και που ήρθε δεν έχασα και τίποτα, ούτε κέρδισα. Εντάξει, κέρδισα το να θέλω να μου βγει το διαβατήριο σε τρεις μέρες, και να μου το στέλνουν οι άνθρωποι την επομένη. Από την άλλη, πας να φας σε ένα εστιατόριο, σε ένα νησάκι, και είναι άνθρωποι που σε καρφώνουν και σου μετράνε τις μπουκιές. Και είναι πολλές οι μπουκιές οι δικές μου και φρικάρω», εξήγησε. Ή τουλάχιστον προσπάθησε.

Δεν ήταν ένας εύκολος άνθρωπος, υποστηρίζουν όσοι τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του. Αλλωστε, έχει δημιουργήσει πολλές αντιπάθειες στον καλλιτεχνικό χώρο με τις δηλώσεις που κατά καιρούς κάνει. «Καλός μουσικός μεν, αλλά πολύ της μόδας. Τον πατρονάρουν κάποια ραδιόφωνα, τον πατρονάρουν και περιοδικά. Μας τα ζάλισαν τόσα χρόνια», έχει πει για το Θανάση Παπακωνσταντίνου, ενώ στο ίδιο μοτίβο συμπλήρωσε για τον Γιάννη Αγγελάκα: «Ο ένας δίσκος που έβγαλε με τους 'Επισκέπτες' είναι καταπληκτικός, ο άλλος για πέταμα. Και το άλμπουμ που κυκλοφόρησε με τον Βελιώτη δεν μπορώ να το ακούσω. Ίσως είναι πολύ προχωρημένο για εμένα». Η λίστα των πικρόχολων δηλώσεων για συναδέλφους του περιλαμβάνει πολλά ακόμη ονόματα, από τη Μόνικα μέχρι και τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Η ευγένεια δεν ήταν κάτι που τον χαρακτήριζε, με τον ίδιο να γίνεται αγενής ακόμη και με το κοινό του. Από τη μία πλευρά, λοιπόν τον ενοχλούσε το γεγονός ότι αρκετοί από τους θαμώνες των προγραμμάτων του ήταν ίδιοι με αυτούς της Πέγκυς Ζήνα, από την άλλη πλευρά, δεν έλεγε όχι όταν το κοινό αυτό πλήρωνε ένα μπουκάλι ουίσκι 200 ευρώ, προκειμένου να τον ακούσει. Τον ακολουθούσε η φήμη του φιλοχρήματου, αφού, όπως πολλοί υποστήριζαν, το πρώτο πράγμα που τον ενδιέφερε σε μια συνεργασία ήταν η αμοιβή του. Και είχε τη φήμη του ανθρώπου που μερικές φορές καλύτερα ήταν να μην σε πιάσει στο στόμα του... «Συνέχεια βρίσκω τον μπελά μου. Όταν λες κάτι, το λες έχοντας γνώση των συνεπειών. Η αλήθεια είναι ότι, μερικές φορές, ήθελα να μην έχω πει κάποια πράγματα. Γιατί, ξέρω ’γω, μπορεί να ήμουν στα μαύρα μου, μπορεί να μην είχα κοιμηθεί καλά το βράδυ. Αλλά ζητάω και συγνώμη στους ανθρώπους. Σήμερα, τον περισσότερο κόσμο, αν τον πιάσεις απ’ τη μύτη, θα σκάσει. Θέλει να ξεσκάσει και δεν μπορεί. Εμείς, λοιπόν, που έχουμε τη δυνατότητα να εκφραστούμε ακόμα και δημόσια, να μην τα λέμε, μην τυχόν θιχτεί ο ένας και ο άλλος; Δεν μπορώ να σκέφτομαι αυτό το πράγμα, θα τρελαθώ», είχε παραδεχτεί ο ίδιος.

Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, φοβάσαι το θάνατο;

«Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Ένας στους 200. Κι αυτός θα λέει για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει. Υπάρχει άνθρωπος που δε φοβάται το θάνατο; Το άγνωστο τρομάζει λίγο», είχε πει σε μια συνέντευξή του, για να αυτοαναιρεθεί σε μια άλλη, όπως εξάλλου έκανε αρκετά συχνά:

«Όλα αλλάζουν από μόνα τους, αλλά εγώ μες στην ψυχή μου προσπαθώ να κρατηθώ ίδιος. Οπότε, φτου κι απ’ την αρχή! Το τέλος του δρόμου βγάζει πάντα σε μια καινούργια διαδρομή. Καταλήγει σε μια καινούργια διαδρομή, αν και κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι αυτή. Εγώ δεν πιστεύω και στον θάνατο, και μπορώ αυτό να το τεκμηριώσω και λίγο πιο επιστημονικά: ο άνθρωπος είναι ενέργεια, και η ενέργεια δεν εξαφανίζεται ποτέ. Αλλάζει μορφές, αλλά δεν χάνεται. Με αυτή τη λογική, πιστεύω ότι εξακολουθείς να υπάρχεις. Συνεπώς; Το τέλος βγάζει πάντα σε μια καινούργια διαδρομή...».

Πηγή:CNN.gr