Δυστυχώς στην Ελλάδα, σε περιόδους κρίσης, το πρώτο πράγμα που χτυπιέται είναι η τέχνη, γιατί θεωρείται είδος πολυτελείας

 

Η Ελευθερία Αρβανιτάκη βρίσκεται αναμφισβήτητα ανάμεσά τους. Με πολλές συμμετοχές στα μεγαλύτερα έθνικ φεστιβάλ του κόσμου και δίσκους που ταξιδεύουν σε πολλές ξένες χώρες, η καταξιωμένη ερμηνεύτρια μεταφέρει, μέσα από την ιδιαίτερη φωνή της, τους ήχους και τους στίχους, την Ελλάδα σε πολλές γωνιές του κόσμου. Πριν από λίγες ημέρες επέστρεψε από το Μαρόκο, όπου έπαιξε για πρώτη φορά, ενώ στις 30 του μήνα θα δώσει μία συναυλία στο Royal Festival Hall του Λονδίνου.

 

Τι πρέπει να διαθέτει ένας καλλιτέχνης για να καταφέρει να ξεπεράσει τα στενά όρια της χώρας του;
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά, γιατί στη δική μου περίπτωση όλο αυτό ήρθε και με βρήκε, δεν το επεδίωξα. Ολα ξεκίνησαν το 1997 από ένα εξώφυλλο που μου έκανε το δημοφιλές βρετανικό περιοδικό «Folk Roots», στις σελίδες του οποίου φιλοξενούνταν ένα τετρασέλιδο άρθρο αφιερωμένο σε μένα. Επειτα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Αρχισε σιγά σιγά το όνομά μου και η δουλειά μου να συζητιούνται στον χώρο της world μουσικής, ήρθαν οι συμμετοχές μου στο Womad και σε άλλα σημαντικά ξένα φεστιβάλ, έγινα μέλος αυτής της διεθνούς μουσικής οικογένειας. Σε όλο αυτό βοήθησε σημαντικά και η κυκλοφορία των δίσκων μου σε πολλά μέρη του κόσμου. Για μένα λοιπόν το άνοιγμα στο εξωτερικό ήταν κάτι σαν ένα μικρό θαύμα. Φαντάζομαι πως για να το επιδιώξει και να το οργανώσει μόνος του κάποιος όλο αυτό είναι αρκετά δύσκολο. Πόσω μάλλον αυτήν την περίοδο που η κρίση έχει χτυπήσει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Με ποιες από τις ξένες χώρες όπου έχετε παίξει τα τελευταία χρόνια έχετε αναπτύξει ισχυρότερους δεσμούς;
Στο εξωτερικό τραγουδώ κατά κύριο λόγο για το κοινό της world μουσικής. Και στις περισσότερες από αυτές τις χώρες οι άνθρωποι που έρχονται στις συναυλίες μου είναι ξένοι. Εξαίρεση αποτελεί το Λονδίνο, όπου υπάρχουν πολλοί Ελληνες. Εκεί έπαιξα για πρώτη φορά το 1998, την περίοδο που κλείστηκε η συμφωνία μου με την ιστορική τζαζ δισκογραφική εταιρεία «Verve» και άρχισαν να κυκλοφορούν οι δίσκοι μου και στο εξωτερικό. Από εκεί ξεκίνησε η συμμετοχή μου στα ξένα φεστιβάλ.

 

Πώς αισθάνεται και πώς λειτουργεί ένας ερμηνευτής όταν το κοινό του δεν γνωρίζει τη γλώσσα του, άρα δεν αντιλαμβάνεται τους στίχους των τραγουδιών;
Σίγουρα σε αυτές τις περιπτώσεις ο ερμηνευτής επιβάλλεται να κάνει μια διαφορετική προσέγγιση. Από τη στιγμή που έχεις απέναντί σου ένα κοινό το οποίο δεν τραγουδά μαζί σου, επιβάλλεται να εκφράσεις μια άλλου είδους συμπεριφορά. Είναι πολύ πιο προσεκτικό και πολύ πιο προσωπικό αυτό που θα κάνεις. Είναι στηριγμένο αποκλειστικά πάνω σου. Πρόκειται λοιπόν για μια διαφορετική συνθήκη, η οποία όμως σου προσφέρει εξαιρετικά σημαντικές στιγμές με πολύ έντονα συναισθήματα.

 

Η ελληνική μουσική θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα εξαγώγιμο «προϊόν» αλλά και ως μέσο προσέλκυσης ξένων επισκεπτών στη χώρα μας;
Φυσικά και θα μπορούσε και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Δυστυχώς όμως η Πολιτεία δεν στήριξε ποτέ τέτοιους στόχους, ακόμη και όταν υπήρχαν οικονομικοί πόροι. Κανείς δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την εξαγωγή του πολιτισμού μας. Ως χώρα έχουμε μια μεγάλη δυσκολία οργάνωσης και συνεννόησης, κάτι που δεν συμβαίνει στο εξωτερικό. Αυτό μας πάει πίσω και έτσι χάνονται σημαντικές ευκαιρίες. Δυστυχώς στην Ελλάδα, σε περιόδους κρίσης, το πρώτο πράγμα που χτυπιέται είναι η τέχνη, γιατί θεωρείται είδος πολυτελείας. Οταν δεν υπάρχουν νοσοκομεία και σχολεία, κανείς δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τέτοια θέματα. Ολο αυτό για να καρποφορήσει χρειάζεται οργανωμένη και στοχευμένη πολιτική.

 

Η βαθιά οικονομική ύφεση των τελευταίων χρόνων τι αντίκτυπο έχει στην καλλιτεχνική δραστηριότητα;

Τον ίδιο αρνητικό αντίκτυπο που έχει και στους υπόλοιπους τομείς. Οι συνθήκες της δουλειάς μας δεν έχουν πλέον καμία σχέση με το παρελθόν, ούτε στον αριθμό των παραστάσεων, ούτε δισκογραφικά, ούτε βέβαια σε οικονομικό επίπεδο.

 

Η οικονομική κρίση λειτουργεί αποτρεπτικά στη δράση του καλλιτέχνη;
Οταν καλείσαι πλέον κάθε νέα δραστηριότητα να την αναλαμβάνεις μόνος σου, το σκέφτεσαι να πάρεις το ρίσκο μιας πολύ καλής παραγωγής. Και δεν μιλάω μόνο για μένα, που έχω εξασφαλίσει κάποια πράγματα, αλλά κυρίως για τη νεότερη γενιά καλλιτεχνών. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν σήμερα πάρα πολλά στούντιο και προβάδικα που γεμίζουν από καλλιτέχνες που πληρώνουν οι ίδιοι γιατί γιατρεύονται με τη μουσική, η Αθήνα σφύζει από καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο.

 

Τι σχεδιάζετε για το καλοκαίρι;
Θα είναι ένα καλοκαίρι ήσυχο για μένα. Θα παρουσιάσω στην Κύπρο και στο Φεστιβάλ της Ελευσίνας τη μουσική παράσταση με τίτλο «Δεύτερη Ζωή», η οποία είναι αφιερωμένη στη μελοποιημένη ποίηση και πρωτοπαρουσιάστηκε πέρυσι στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος παρουσία 20.000 κόσμου. Αργότερα θα κάνω μια μικρή περιοδεία με συναυλίες στην Ολλανδία και τη Γερμανία.

 

Πηγή: Έθνος, της Αναστασίας Κουκά