pic2 1

 

Αρχική φώτο: Πλατεία Πετρακάκη από το βιβλίο Η Δύση της Ανατολής. Θεσσαλονίκη 1870-1912.εκδ. ΜΙΕΤ. Το τριώροφο κτίριο, ήταν ξενοδοχείο και στεγάζει σήμερα στο ισόγειό του τον “Ζύθο”. Οι δυο όροφοί του κατεδαφίστηκαν μετά από τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν στον σεισμό του 1978.

 

 

 

Το ίδιο σημείο με την αρχική φώτο σήμερα

 

Από τον Μεσαίωνα ακόμη η Θεσσαλονίκη, θεωρείται εμπορική πόλη λόγω της γειτνίασης με τη θάλασσα. Η κεντρική της αγορά αναπτύσσεται νοτιοδυτικά. Τα Λαδάδικα, υπήρξαν η μοναδική συνοικία της πόλης έξω από τα τείχη μέχρι το 1870, ο τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή την ονομάζει Varos – I Iskele, δηλαδή προάστιο της αποβάθρας. Εκεί καΐκια φορτωμένα με λάδια, φρούτα και εδώδιμα-αποικιακά από όλη την Ελλάδα ξεφόρτωναν κάθε μέρα στην πρώτη προβλήτα και γέμιζαν με φαγώσιμα εμπορεύματα τα μικρά διώροφα κτίρια. Δημιουργήθηκε μετά τον 16ο αι. ως αγορά αποικιακών προϊόντων και τόπος αποθηκών για την εξυπηρέτηση του λιμανιού, στη θέση του βυζαντινού λιμανιού, που επιχωματώθηκε. Από την διασταύρωση Βενιζέλου με Εγνατία μέχρι το Λιμάνι. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας αυτό είναι το κέντρο. Εδώ υπάρχουν στεγασμένοι δρόμοι με μαγαζιά, περάσματα με εργαστήρια, καφενεία και πάνω ακριβώς από το λιμάνι, τα Ιστιρά, η αγορά των δημητριακών. Οι αγορές τότε (όπως και σήμερα) έπαιρναν το όνομά τους από από το είδος των εμπορευμάτων που εμπορεύονταν, οι συντεχνίες καταλάμβαναν ορισμένες θέσεις συγκεντρωμένες. Στα 1668 έχουμε αναφορά για 500 καταστήματα της αιγυπτιακής αγοράς στη θέση που σήμερα γνωρίζουμε ως Λαδάδικα. Η περιοχή ορίζεται από την οδό Κουντουριώτη ως την οδό Ολυμπίου Διαμαντή και από την παλιά οδό Χίου ως την Λήμνου. Οι τριακόσιοι περίπου έμποροι πουλούσαν λινάρι, κινά, ζάχαρη, ρύζι, καφέ και άλλα είδη που εισάγονταν από Αίγυπτο. Στην κεντρική πλατεία (Lonca) υπήρχε ένα τζαμί (Kadi Kemal) και το κέντρο των Συντεχνιών. Από τον 18ο αιώνα εκεί γινόταν η συγκέντρωση των σιτηρών που στέλνοντας στην Πόλη ή αγοράζονταν από ξένους εμπόρους με κατεύθυνση τις δυτικές αγορές. Ο χαρακτήρας της αγοράς παραμένει ενιαίος μέχρι το 1866, τότε που ξεκινά η κατεδάφιση του παραθαλάσσιου τείχους. Τότε η περιοχή στρώνεται με γρανίτη και αρχίζει νέα ανοικοδόμηση των Λαδάδικων και της Φράγκων μετά την πυρκαγιά του 1856, με υλικά το ντόπιο κόκκινο τούβλο και χαρακτηριστικό τις σιδερένιες πόρτες.

 

 

Η Τσιμισκή κόβει τα Λαδάδικα στα δύο, αριστερά διακρίνεται ο τοίχος του κτιρίου που έκοψε στα δύο ο δρόμος και έμεινε τελευταίο απομεινάρι μνήμης.

 

Τα Λαδάδικα σώζονται από την πυρκαγιά του ’17 αλλά η καταστροφή τους ξεκινά με την εφαρμογή του νέου σχεδίου πόλεως. Η πυρκαγιά σταματά στο σημείο που υπάρχει σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδας. Το οικοδομικό τετράγωνο που σχημάτιζε η παλιά οδός Μ. Αλεξάνδρου (σημερινή Κατούνη) με την Κουντουριώτη ουσιαστικά καταστρέφεται. Μετά την πυρκαγιά θυσιάζεται ένα τμήμα του Ιστιρά για την διάνοιξη της Ιώνος Δραγούμη ενώ η διάνοιξη της Σαλαμίνος και της επέκταση της Τσιμισκή κόβει στη μέση την παλιά αγορά. Έτσι κατεδαφίζονται υποχρεωτικά όλα τα ρυμοτομούμενα μαγαζιά της παλιάς οδού Χίου και ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος αποκόπτεται από τη φυσική συνέχεια με τον Φραγκομαχαλά και το Λιμάνι. Το κτίριο, στην γωνία Κατούνη με Τσιμισκή, με το ντουβάρι να προεξέχει είναι το μοναδικό κατάλοιπο που θυμίζει ότι η γειτονιά κάποτε ήταν ενιαία. Γκρέμισαν τα διπλανά κτίρια και αυτό το κόψανε στην μέση για να περάσει ο δρόμος, αρχές του ‘60. Ευτυχώς η διάνοιξη της Μητροπόλεως με ρυμοτόμηση της ιστορικής Πλατείας Μοριχόβου ματαιώνεται. Ο παλαιότερος χρονολογικά πυρήνας της περιοχής αποτελείται από τους οδούς Ολυμπίου Διαμαντή, Κατούνη, Αιγύπτου, Ορβήλου, Περιστερίου, Βαϊου, Πίνδου, Δόξης και Λυκούργου.

 

 

Το οικοδομικό τετράγωνο, νότια της Τσιμισκή, μεταξύ Ιώνος Δραγούμη και Κατούνη, και η ανατολική πλευρά της Κατούνη είναι οικιστικά νεότερο κομμάτι (μετά το ’17) και διαφοροποιείται ως προς την αρχιτεκτονική και τις χρήσεις με κτίρια τραπεζών και ξενοδοχεία. Εξαίρεση αποτελεί το ανακαινισμένο στολίδι που στεγάζει το ξενοδοχείο Μπρίστολ (όπως και στην αρχική του χρήση) το οποίο υπήρξε κατάλυμα της διάσημης κατασκόπου της Θεσσαλονίκης από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο της περιβόητης φροϊλάιν Ντόκτορ και χρονολογείται από το 1860. Η περιοχή αυτή είναι ιστορικής σημασίας και διατηρεί ακόμη μνήμες της αγοράς του 19ου αιώνα αλλά εκεί συμπλέκονται τύποι και ρυθμοί κτιρίων διαφόρων εποχών. Εκεί συναντάς τα λιτά διώροφα κτίρια της αγοράς αλλά και νεότερα εκλεκτικιστικού ρυθμού του 20ου αιώνα (1925) και είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την διατήρηση της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς. Η περιοχή ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί, μέχρι το 1985 οπότε και ανακηρύχθηκαν διατηρητέα περίπου 70 κτίσματα σ΄αυτήν.

 

 

Τσιμισκή, τέλος δεκαετίας του ’20. Στο βάθος διακρίνεται το κομμάτι των Λαδάδικων που κατεδαφίστηκε για την διάνοιξή της οδού. Φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη, από το βιβλίο “Η Θεσσαλονίκη μέσα από τον φακό του Γιώργου Λυκίδη”, εκδ. Ιανός.

 

της Κύας Τζήμου

Εικόνες: Ελένη Βράκα

Πηγή: parallaximag.gr