Από τον Γιάννη Πετρίδη

 
 
 
Ο Jaime Royal Klegerman γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1943 στο Τορόντο του Καναδά και, όπως θυμάται, από 5 χρονών άκουγε μουσική κάντρι. Ο Robbie Robertson, όπως αργότερα έγινε το καλλιτεχνικό του όνομα, από μικρός έμαθε να παίζει κιθάρα και από την κάντρι πέρασε στη μουσική που έπαιζαν οι μεγάλες ορχήστρες στα μέσα του περασμένου αιώνα και στη συνέχεια στο ροκ εντ ρολ.
Οι περισσότερες από τις επιλογές του για τη μουσική επένδυση της ταινίας τού Σκορσέζε, Shutter Island κινούνται στον χώρο των δημιουργών της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα.
 
Το 1958, σε ηλικία 15 ετών, είχε ήδη στο ενεργητικό του συμμετοχές σε συγκροτήματα όπως οι Little Caesar and the Consuls, Robbie and the Robots και Thumper and the Trampones. Το 1959 συναντά τον Ronnie Hawkins, ο οποίος τον παίρνει στο συγκρότημά του, τους Hawks, και ηχογραφεί δύο από τα τραγούδια του.
Ο Hawkins, που αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο τού τότε πιτσιρικά Robertson, τον πήρε μαζί του στη Νέα Υόρκη με την προοπτική να διαλέγει τραγούδια γι' αυτόν και τον παρουσίασε στους μεγάλους συνθέτες της εποχής: Mort Shuman, Doc Pomus και Otis Blackwell.
 
Ο Robertson θα παραμείνει κιθαρίστας τους μέχρι το 1963, τότε θα αποφασίσουν με τον Levon Helm να φτιάξουν αρχικά τους Canadian Squires και στη συνέχεια τους Levon and the Hawks, στους οποίους έπαιζαν και τα μετέπειτα μέλη των Band, Rink Danko, Garth Hudson και Richard Manuel.
 
 
Οπως θυμάται ο Robertson, εκείνη την περίοδο υπήρχαν τρία διαφορετικά είδη μουσικής που μπορούσε να παίξει κάποιο συγκρότημα: ρυθμ εντ μπλουζ, ροκ εντ ρολ και ροκαμπίλι, αυτός και το συγκρότημά του επέλεξαν το ροκαμπίλι.
 
Ομως σύντομα κουράστηκαν και άρχισαν ένας ένας να εγκαταλείπουν το συγκρότημα καταφεύγοντας στις Ην. Πολιτείες για αναζήτηση νέων μουσικών τάσεων, παίζοντας σε διάφορα κλαμπ κοντά στα σύνορα.
 
 
Στα μέσα της δεκαετίας του '60, το συγκρότημα θα ξαναφτιαχτεί και θα αρχίσει να συνοδεύει τον Bob Dylan σε ηχογραφήσεις και συναυλίες. Ο τραυματισμός του τελευταίου σε ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα, θα τους οδηγήσει στο να πάνε να μείνουν στην περιοχή του Woodstock κοντά στη Νέα Υόρκη, για να είναι κοντά στον μεγάλο δημιουργό.
 
Ο Robertson, όπως και οι John Lennon και Bob Dylan, είχε συνειδητοποιήσει ότι το ανακάτεμα του ύφους των τραγουδιών που ερμήνευε στη δεκαετία του '50 ο Hank Williams με το σύγχρονο ροκ, θα ήταν η νέα κατεύθυνση στη μουσική, έτσι όλα τα τραγούδια που έγραψε για τους Band είχαν αυτές τις επιρροές.
 
 
Εκεί θα ηχογραφήσουν το πρώτο τους άλμπουμ ως Band, Music From Big Pink που θα χαρακτηριστεί σαν δίσκος της χρονιάς από τα περισσότερα αμερικανικά μουσικά περιοδικά της εποχής.
 
Θα ακολουθήσει μία σειρά από εξαιρετικά άλμπουμ, όπως τα The Band, Stage Fright, Northern Lights-Southern Cross, στα οποία κάντρι, φολκ, μπλουζ και ροκ θα αποτελούν το βασικό υλικό της μουσικής τους, ανακατεμένα σ' ένα νέο ήχο, που απλώς ονομάστηκε ο ήχος των Band.
 
Στα περισσότερα από τα τραγούδια του συγκροτήματος ο Robertson έγραφε εμπνευσμένος από σημαντικές στιγμές της αμερικανικής ιστορίας, όπως το τραγούδι The Night They Drove All Dixie Down, που αναφέρεται στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο.
 
 
Δεν είναι τυχαίο το ότι, αν και Καναδός, ο Robbie Robertson, από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Αμερική, όταν τον πήρε μαζί του στη Νέα Υόρκη ο Ronnie Hawkins, αυτός αφιέρωσε τον ελεύθερο χρόνο του ακούγοντας μουσική από τον αμερικανικό Νότο, συγκεκριμένα από περιοχές που ήταν κάτω από το ποτάμι του Μισισίπι.
 
Το 1976 με το αποχαιρετιστήριο κονσέρτο, το οποίο θα ονομάσουν The Last Waltz, στο οποίο συμμετείχαν μεγάλα ονόματα της εποχής και θα γίνει και κινηματογραφική ταινία με σκηνοθέτη τον Μάρτιν Σκορσέζε, το συγκρότημα διαλύεται και ο Robertson αρχίζει την προσωπική του καριέρα κάνοντας αρχικά παραγωγή στα άλμπουμ τού Neil Diamond, Beautiful Noise και Love At The Greek.
 
Το 1979 θα παίξει στην ταινία Carny μαζί με τους Gary Busey και Jodie Foster. Για τη μουσική της ταινίας θα συνεργαστεί με τον μεγάλο συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής Alex North και θα γίνει ένας από τους πρώτους μουσικούς του ροκ που θα ασχοληθούν σε μόνιμη βάση με την κινηματογραφική μουσική.
 
Η γνωριμία του με τον Σκορσέζε θα οδηγήσει στη σύνθεση ή επιλογή της μουσικής για τις ταινίες του τελευταίου The Raging Bull (1980), The King Of Comedy (1983) και The Colour Of Money (1986). Η συνεργασία τους θα φτάσει μέχρι την εποχή μας και την ταινία Shutter Island, στην επιλογή της μουσικής της οποίας ο Robertson έπαιξε σημαντικό ρόλο.
 
Το 1987 και έντεκα χρόνια μετά τη διάλυση των Band κυκλοφορεί το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ με παραγωγό τον Daniel Lanois, ο οποίος είχε συνεργαστεί ήδη με τους U2 και τον Peter Gabriel, τους οποίους εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Robertson και συμμετείχαν στο άλμπουμ αυτό.
Στον δίσκο υπάρχει το Broken Arrow, που είναι μία από τις καλύτερες στιγμές του ως συνθέτη, και το Fallen Angel, ένα πραγματικό αριστούργημα γραμμένο στη μνήμη του Richard Manuel, τραγουδιστή των Band, που είχε αυτοκτονήσει έναν χρόνο πριν.
 
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1991, στρέφεται στην πόλη που οι ήχοι της τροφοδότησαν πολλές από τις μέχρι τότε εμπνεύσεις του, τη Νέα Ορλεάνη, πόλη όπου η τζαζ και το ρυθμ εν μπλουζ έχουν βαθιές ρίζες και είναι μέσα στον καθημερινό τρόπο ζωής των κατοίκων της. Το Storyville ήταν φόρος τιμής στα παιδικά του όνειρα, αφού οι περισσότερες ιστορίες που έγραφε στα τραγούδια του είχαν ως πηγή έμπνευσης τούς ατελείωτους μύθους αυτής της ιστορικής πόλης, στην οποία έζησε και ο ίδιος αρκετά χρόνια ως μουσικός και είχε συνεργαστεί με ονόματα όπως οι Dr John, Bobby Charles και Allen Toussaint. Στη Νέα Ορλεάνη ηχογράφησε το μεγαλύτερο μέρος αυτού του άλμπουμ με συμπαραγωγό τον Stephen Hague, που ήταν ο παραγωγός ονομάτων όπως οι Pet Shop Boys, New Order και Siouxsie and the Banshees. Στο άλμπουμ συμμετείχαν μέλη των Meters, ο Mike Mills των R.Ε.Μ., οι Blue Nile, ο Neil Young και ο Bruce Hornsby.
 
Στη συνέχεια τραγούδια του θα ερμηνεύσουν ονόματα όπως οι Rod Stewart, Ruyichi Sakamoto, Grateful Dead και το 1994 θα συνεργαστεί με το συγκρότημα Red Road Ensemble, που το αποτελούσαν ιθαγενείς Αμερικανοί, και θα κυκλοφορήσει το άλμπουμ Music For The Native Americans.
Από τους καλλιτέχνες που βοήθησαν στη στροφή της καριέρας τού Bob Dylan στα μέσα της δεκαετίας του '60, ο Robbie Robertson έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του σύγχρονου ροκ.