23894798395intro

 

Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Στίβεν Χόκινγκ θα γελούσαν σήμερα με μια υπέροχη σύμπτωση: Τα 140 χρόνια από τη γέννηση του πρώτου συμπίπτουν με τον ένα χρόνο από το θάνατο του δεύτερου και όλα τα παραπάνω με την παγκόσμια μέρα της σταθεράς «π», του αριθμού 3,14 -ας τον πούμε για συντομία έναν «αριθμό που απαντάει σε πολλά μαθηματικά ερωτήματα». Μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά και στην περίπτωση των φιλοσοφικών ερωτημάτων...

 

Οι δύο σπουδαίοι επιστήμονες είχαν -φυσικά- άποψη για το συγκεκριμένο θέμα, αν και, ως φυσικοί επιστήμονες αμφότεροι, γνώριζαν πολύ καλά ότι η άποψή τους ήταν αυτό ακριβώς: Μια άποψη που δεν θα μπορούσαν να αποδείξουν ποτέ.

 

Και αν δεν θα μπορέσει να αποδειχθεί ποτέ η ύπαρξη ή μη του Θεού, είναι απόλυτα βέβαιο ότι τόσο ο Αϊνστάιν όσο και ο Χόκινγκ θα είχαν πολλά και ενδιαφέροντα να τον ρωτήσουν και πιθανώς άλλα τόσα και εξίσου ενδιαφέροντα να του διδάξουν για τον κόσμο που εκείνος δημιούργησε, αλλά αυτοί μελέτησαν και εξήγησαν όσο κανείς.

 

Είναι, για αρχή, αυτονόητο ότι η περιέργεια της μελέτης έρχεται σε κάποιου είδους σύγκρουση με την πίστη και ιδιαίτερα την τυφλή θρησκευτική. Εάν πιστεύεις δεν το πολυψάχνεις. Εάν, από την άλλη, το πολυψάχνεις, δεν μπορεί να είσαι αρνητικός σε ότι κι αν είναι αυτό που τελικά θα βρεις.

 

 

Το ερώτημα είναι, συχνά, πιο σημαντικό από την απάντηση

AP 090915034103

 

Το πιο σημαντικό, τόσο στην περίπτωση του Αϊνστάιν όσο και του Χόκινγκ, είναι ότι και οι δύο έδιναν φιλοσοφικές προεκτάσεις στα φυσικά τους ευρήματα και είχαν υπαρξιακές αναρωτήσεις. Το τελευταίο βιβλίο του Χόκινγκ είχε τίτλο «Σύντομες απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα» και σε αυτό ο Φυσικός ξεδίπλωσε τις σκέψεις του για πράγματα που δεν χρειάζεται να έχεις iQ 160 για να σε απασχολούν.

 

Μπροστά στο μεγαλύτερο ερώτημα, το θάνατο, εξάλλου, η μοίρα των ανθρώπων είναι κοινή και οι δύο επιστήμονες το ήξεραν καλύτερα απ’ όλους. Αυτό διδάσκει η επιστήμη πιο πολύ απ’ όλα…

 

Στο βιβλίο του ο Χόκινγκ έγραψε «δεν υπάρχει Θεός», μια πεποίθηση που είχε εκφράσει και στο παρελθόν και η οποία εκπήγαζε από τη διαπίστωσή του ότι το «σύμπαν δεν έχει Διευθυντή». Διότι δεν τον χρειάζεται. Είναι αυτοδιαχειριζόμενο, κατά την άποψη του Χόκινγκ, και η δημιουργία του οφείλεται στους νόμους της Φυσικής και όχι τη βούληση κάποιου Θείου. «Εάν θέλετε μπορείτε να αποκαλέσετε τους Φυσικούς νόμους ‘Θεό’, αλλά δεν είναι το είδος του προσωπικού Θεού που μπορείς να συναντήσεις και να τον ρωτήσεις πράγματα», κατέληξε ο Χόκινγκ.

 

Ανάλογη ήταν και η άποψή του για τη μετά θάνατο ζωή: «Το μυαλό είναι ένας υπολογιστής. Όταν πεθαίνεις, απλώς σταματάει», είχε πει το 2011 σε συνέντευξή του στον Guardian «Δεν υπάρχει Παράδεισος για χαλασμένους υπολογιστές. Αυτά είναι παραμύθια για ανθρώπους που φοβούνται το σκοτάδι».

 

Κανείς δεν ξέρει, φυσικά, κατά πόσο ο ίδιος δεν φοβήθηκε το σκοτάδι τις τελευταίες του στιγμές, θα ήταν απόλυτα ανθρώπινο αυτό…

 

Οι φιλοσοφικές απόψεις του Αϊνστάιν ήταν κάπως λιγότερο κάθετες, γι’ αυτό και παρεξηγήθηκαν πολύ και συχνά. Ο Φυσικός έλεγε ότι πίστευε στον πανθεϊστικό Θεό του Μπαρούχ Σπινόζα και όχι στον προσωπικό Θεό που περνάει την ώρα του ασχολούμενος με τα ανθρώπινα πεπραγμένα. Ξεκαθάριζε ότι δεν ήταν άθεος, προτιμώντας να αποκαλεί τον εαυτό του αγνωστικιστή. Παρ΄ όλα αυτά δεν πίστευε στη μετά θάνατο ζωή, για μάλλον πρακτικούς λόγους: «Μια ζωή είναι αρκετή για μένα», έλεγε και ποιος δεν θα συμφωνούσε μαζί του…

 

Η ιδέα ενός ανθρωπομορφικού Θεού, όπως υποστηρίζεται από τις περισσότερες θρησκείες, τον έβρισκε κάθετα αντίθετο: «Μου φαίνεται ότι η ιδέα ενός προσωπικού Θεού είναι ένα ανθρωπολογικό εφεύρημα που δεν μπορώ να πάρω στα σοβαρά», έγραφε.

 

Το πιο «αδύναμο» σημείο του Αϊνστάιν, μια πιθανή κερκόπορτα για τη θρησκευτική πίστη να εισβάλλει στο μυαλό του, ήταν η εβραϊκή του καταγωγή. Ένας -επίσης Εβραίος- συνάδελφός του τον προέτρεψε κάποτε να μελετήσει το βιβλίο «Διάλεξε τη ζωή» του φιλοσόφου Έρικ Γκούτκιντ, το οποίο πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στην Εβραϊκή θρησκευτική παράδοση και το σύγχρονο κόσμο. Πάντα θετικός ο Αϊνστάιν, το διάβασε. Στις 3 Ιανουαρίου του 1954 έγραψε στον ίδιο τον Γκούντκιντ: «Η λέξη Θεός για μένα δεν είναι τίποτα παραπάνω από την έκφραση και το προϊόν της ανθρώπινης αδυναμίας. Η Βίβλος είναι μια συλλογή έντιμων αλλά πρωτόγονων μύθων. Για μένα η εβραϊκή -όπως και όλες οι θρησκείες- είναι η ενσάρκωση των πιο παιδικών δεισιδαιμονιών».

 

Το 2018 η επιστολή αυτή πουλήθηκε προς 2,9 εκατομμύρια δολάρια, σε έναν κόσμο στον οποίο ο Θεός υπάρχει και έχει πράσινο χρώμα…

 

AP 435774371723 copy

 

Μπορούμε να καταλάβουμε κάτι μεγαλύτερο από μας;

 

Ο Αϊνστάιν, όπως και ο Χόκινγκ, μελετούσαν κάτι που ήξεραν ότι είναι σχεδόν ανέφικτο να κατανοηθεί το σύνολό του και πάντως όχι από το πεπερασμένο ανθρώπινο μυαλό. «Το ερώτημα (σ.σ. για την ύπαρξη του Θείου) είναι το πιο δύσκολο στον κόσμο. Είναι πολύ μεγάλο για τα περιορισμένα μυαλά μας. Θα απαντήσω με μια παραβολή: Το ανθρώπινο μυαλό, όσο καλά κι αν εκπαιδευτεί, δεν μπορεί να συλλάβει, να χωρέσει, το σύμπαν. Είμαστε σαν ένα μικρό παιδί, που μπαίνει σε μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη από πάνω ως κάτω με βιβλία σε διάφορες γλώσσες. Το παιδί ξέρει ότι κάποιος πρέπει να έχει γράψει αυτά τα βιβλία, αλλά δεν ξέρει ποιος και πώς. Δεν καταλαβαίνει τις γλώσσες στις οποίες είναι γραμμένα. Το παιδί μπορεί να διακρίνει ένα συντεταγμένο σχέδιο στον τρόπο με τον οποίο είναι αρχειοθετημένα τα βιβλία. Είναι ένα μυστηριώδες σχέδιο, το οποίο μπορεί να διακρίνει, αλλά όχι και να κατανοήσει. Αυτός είναι ο ανθρώπινος νους απέναντι στο Σύμπαν».

 

Παρ’ όλα αυτά, ο μεγάλος Φυσικός δεν απέρριπτε τη θρησκεία ως μια έκφραση της ηθικής ανάγκης των ανθρώπων, κάτι στο οποίο συμφωνούσε και ο Χόκινγκ. Και μάλιστα ως τέτοια την έβρισκαν και οι δύο σύμμαχο της επιστήμης, καθώς αμφότεροι απασχολήθηκαν ιδιαίτερα από ηθικού τύπου ζητήματα, όπως η χρήση της ατομικής ενέργειας, ή της Τεχνητής Νοημοσύνης αντίστοιχα.

 

Και τελικά, τι συμπέρασμα βγάζουμε;

 

Ατυχώς, δεν βγάζουμε. Διότι η φιλοσοφία και η επιστήμη μπορούν να βαδίζουν χέρι-χέρι και να έχουν πολλά κοινά, έχουν όμως μια βασική διαφορά: Η μεν επιστήμη οδηγεί σε απαντήσεις -έστω κι αν αυτές μπορούν αργότερα να καταρριφθούν- η δε φιλοσοφία οδηγεί απλώς σε περισσότερα ερωτήματα.

 

Ξεκίνησα να γράφω ότι η πίστη και το πώς την αντιλαμβάνεται κανείς είναι θέμα προσωπικής διαχείρισης των φόβων του και της θεώρησης που έχει για τον κόσμο, αλλά μετά διάβασα ένα κείμενο του Διονύση Σιμόπουλου, που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή. Πολύ προσωπικό. Νομίζω ότι απαντάει καλύτερα σε όλα τα πιο πάνω, απ’ ότι θα μπορούσε να πει κανείς:

 

«Τους τελευταίους μερικούς μήνες αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα υγείας. Ορισμένοι θεωρούν ότι, λόγω της κατάστασης που αντιμετωπίζω, θα έπρεπε να με απασχολούν ιδιαίτερα και διάφορα θρησκευτικά και μεταφυσικά θέματα που άπτονται, για παράδειγμα, στην ύπαρξη ή μη του Θείου. Σε κάτι δηλαδή που, εδώ και δεκαετίες, είχα αποφασίσει να μη δίνω δημοσίως μια απλοϊκή απάντηση, αν και έχω κι εγώ φυσικά τις δικές μου απόψεις πάνω στο θέμα. […]

 

Καθένας από εμάς είναι φυσικό να έχει τα δικά του πιστεύω και τις δικές του δοξασίες σχετικά με το θέμα, αφού τα πιστεύω και οι δοξασίες μας δεν χρειάζονται απόδειξη. Εάν, μάλιστα, αναλογιστούμε ότι σήμερα στον πλανήτη μας υπάρχουν περίπου 7,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι, με 7,5 δισεκατομμύρια διαφορετικά πιστεύω, δοξασίες και αντιλήψεις για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός Υπέρτατου Όντος, καταλαβαίνετε ότι μια αποδεκτή από όλους απάντηση στο δεδομένο ερώτημα είναι σχεδόν αδύνατη, αφού κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι ο δικός του ορισμός του Υπέρτατου Όντος είναι καλύτερος από του διπλανού του. Η έννοια του Υπέρτατου Όντος είναι, άλλωστε, μια εντελώς προσωπική υπόθεση για τον καθένα μας, αφού σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να μιλήσει το λογικό, μιλούν μόνο το συναίσθημα και το εσωτερικό του ανθρώπου.

 

Αντίθετα στη Φυσική, τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα, επειδή χρειάζονται και απαιτούνται αποδείξεις. Γι’ αυτό, λοιπόν, και εγώ περιορίζομαι μόνο στην επιστήμη, στην οποία, για να είναι κάτι αποδεκτό πρέπει να αποδειχθεί, επανειλημμένως και από διαφορετικούς ερευνητές, είτε με το πείραμα είτε με την παρατήρηση. […]

 

Συμπερασματικά, λοιπόν, θεωρώ ότι επειδή τα προσωπικά πιστεύω ενός ανθρώπου, εμού ή κάποιου άλλου, δεν μπορούν να αποδειχθούν, γι’ αυτό κι εγώ, για να μην παρεξηγηθούν και παρανοηθούν οι σχετικές αυτές απόψεις μου, αποφεύγω στον δημόσιο λόγο μου να απαντάω απλοϊκά σε τέτοια ερωτήματα. Οι όποιες, άλλωστε, προσωπικές μου δοξασίες είναι μία απόλυτα προσωπική υπόθεση που δεν αφορά, και ούτε πρέπει να αφορά, το ευρύ κοινό».

 

Πηγή: cnn.gr της Μαρίας Δεδούση ,