3459486549 64 9670

 

Πολύ συχνά πριν από μια αλλαγή παρατηρούμε ότι βιώνουμε έντονο στρες. Ακόμη και αν πρόκειται να μεταβούμε σε μία συνθήκη η οποία μας είναι ευχάριστη ή φαντάζει ευνοϊκότερη από αυτή στην οποία βρισκόμαστε στο παρόν είναι πολύ πιθανό εμείς να βιώνουμε αρκετή ένταση. Η ταυτόχρονη αίσθηση χαράς, ενθουσιασμού, εγρήγορσης, ικανοποίησης και παράλληλα αγωνίας, ανασφάλειας ή παρόρμησης να εγκαταλείψουμε την επικείμενη δράση ή ενεργοποίησή μας ενδεχομένως σε κάποιους μοιάζει αντιφατική ή ακόμη μπορεί να μην είναι κατανοητή αυτή η σύγχρονη αίσθηση των δύο αισθημάτων ή η φύση της αγωνίας. Ωστόσο, υπάρχει εξήγηση για αυτό.

 

Προφανώς, η αλλαγή την οποία θέλουμε να φέρουμε είναι επιθυμητή ωστόσο δεν παύει να είναι κάτι καινούριο, δηλαδή κάτι άγνωστο. Και όπως κάθε τι άγνωστο και ανοίκειο φέρνει μαζί και άγχος. Άγχος σχετικά με το τί ακριβώς θα είναι αυτή η νέα συνθήκη και κυρίως άγχος σε σχέση με τη δική μας διαχείριση μέσα σε αυτή.

 

Θεωρία των Τριών Ζωνών.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία του μοντέλου της Ζώνης Μάθησης (Senninger, 2000), η οποία αποτελεί προέκταση της έννοιας της επικείμενης ανάπτυξης (zone of proximal development) που πρώτος εισήγαγε ο Vygotsky (1978) περιγράφοντας το διάστημα ανάμεσα σε αυτά που έχει κατακτήσει το παιδί και σε αυτά που δύναται να κατακτήσει, υπάρχουν τρεις ζώνες στις οποίες μπορεί να κινείται ένα άτομο ψυχοσυναισθηματικά.

 

Υπάρχει η ζώνη άνεσης (Comfort Zone) στην οποία αισθανόμαστε ότι έχουμε κάποιο έλεγχο στα πράγματα. Πρόκειται για μια περιοχή όπου απολαμβάνουμε ασφάλεια και άνεση χωρίς να επιφορτίζεται ιδιαίτερα ο νους ή το πνεύμα μας και λειτουργούμε σχετικά άνετα καθώς τα επίπεδα άγχους είναι μειωμένα. Οι έγνοιες, το αίσθημα ευαλωτότητας, οι ελλείψεις ή η ανάληψη ρίσκου είναι επίσης σε χαμηλά επίπεδα (White, 2009). Σαφώς, αυτό δε συνιστά βέβαια και ευτυχία αφού μπορεί να υπάρχουν παράγοντες που δυσχεραίνουν τη ζωή μας ωστόσο δεν αναλαμβάνουμε δράση ούτε κινητοποιούμαστε ώστε να αλλάξει κάτι. Στις ζώνες άνεσης χρησιμοποιούμε περιορισμένες συμπεριφορές, από αυτές τις οποίες έχουμε ήδη κατακτήσει και εδραιώσει στο παρελθόν. Είναι εκείνες οι περιοχές όπου “τίποτα ιδιαίτερο” δε συμβαίνει.

 

Στη ζώνη μάθησης ή βέλτιστης απόδοσης (Learning Zone ή Optimal Performance Zone) η απόδοσή μας αυξάνει (White, 2009). Πρόκειται για την περιοχή ακριβώς έξω από τη ζώνη άνεσής μας όπου χρειαζόμαστε περισσότερα ψυχικά αποθέματα προκειμένου να κατακτήσουμε νέα επιτεύγματα (Senninger, 2000). Εκεί λαμβάνει χώρα η εξερεύνηση νέων οριζόντων και πραγμάτων, διαπραγματευόμαστε την υπέρβαση των προσωπικών μας ορίων και περιορισμών και δημιουργούμε ή αξιοποιούμε κάθε ευκαιρία που θα μας οδηγήσει στην υλοποίηση των στόχων και των προσδοκιών μας. Είναι “…ένα μέρος παραγωγικής δυσφορίας, αν είμαστε πολύ άνετα δε θα είμαστε κινητοποιημένοι και παραγωγικοί. Επίσης, αν είμαστε πολύ άβολα πάλι δε θα είμαστε παραγωγικοί ” (Pink, 2009).

 

Η ζώνη πανικού (Panic Zone) είναι η περιοχή όπου το άτομο βιώνει τόσο έντονο στρες ώστε καθίσταται ανίκανο να αντιδράσει ή να λειτουργήσει (Senninger, 2000). Καθώς αυξάνει το άγχος αυξάνει και η απόδοση ενώ αν το άγχος υπερβεί ένα συγκεκριμένο σημείο η απόδοση αρχίζει να φθίνει. (Yerkes, 1907) Αυτό σημαίνει πως υπερβολική αίσθηση άγχους θα έχει ως αποτέλεσμα να αισθανθούμε εξαντλημένοι και μη παραγωγικοί. Στη ζώνη αυτή αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε έλεγχο πάνω στα πράγματα και τις καταστάσεις και εδώ έγκεινται όλα όσα μας προκαλούν φόβο και απειλή.

 

Συνεπώς, μια καλή στρατηγική για την αποφυγή αυτής της περιοχής είναι η εναλλαγή μεταξύ των δύο προηγούμενων ζωνών, ενώ το καλύτερο σημείο για την απόδοσή μας είναι ακριβώς μετά τη ζώνη άνεσης. Μετά από μία περίοδο στη ζώνη μάθησης μπορεί κανείς να επαναπαυτεί σε μία ζώνη άνεσης απολαμβάνοντας με ησυχία τα κεκτημένα ούτως ώστε να προετοιμαστεί για την επόμενη ώθηση σε μία ζώνη μάθησης όπου και θα κατακτήσει τον επόμενο στόχο προς την ανάπτυξη και εξέλιξή του. Να σημειωθεί ότι για κάθε άτομο οι περιοχές ορίζονται διαφορετικά ενώ και για το ίδιο άτομο υπάρχουν διάφορες ζώνες σε συνάρτηση με το εκάστοτε ζήτημα.

 

Πιθανότατα, η συνθήκη και το πλαίσιο το οποίο πρόκειται να εγκαταλείψουμε μοιάζουν πλέον λιγότερο ελκυστικά σε σχέση με το παρελθόν αλλά υπάρχουν κάποιοι παράγοντες οι οποίοι μπορεί να δυσχεράνουν ή να καθυστερήσουν και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και να ματαιώσουν την αλλαγή. Αυτοί μπορεί να εμφανίζονται με ποικίλες μορφές.

 

Τί μπορεί να επηρεάσει την έλευση της αλλαγής.

 

Υψηλή δέσμευση ή έντονου βαθμού εμπλοκή με τα άτομα τα οποία βρίσκονται στη συνθήκη από την οποία επιθυμούμε να αποδεσμευτούμε. Αυτή μπορεί να εμφανίζεται με ενοχές ή τύψεις. Για παράδειγμα, το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να εστιάσει στον εαυτό του και να διερωτάται πώς θα αισθανθούν ή πόσο θα δυσκολευτούν αυτοί που μένουν πίσω. Ας σκεφτούμε ένα παιδί που καλείται να φύγει από το πατρικό του σπίτι ενώ γνωρίζει πως οι γονείς του έχουν μηδενική συντροφική ζωή ή το μέλος ενός ζευγαριού που ξέρει πώς αν τερματίσει μία δυσλειτουργική σχέση αυτό θα είναι προς το συμφέρον του αλλά το έτερο μέλος του ζευγαριού θα αποσυρθεί συναισθηματικά και κοινωνικά.

 

Εναλλακτικά, η δυσκολία μετάβασης μπορεί να παρουσιάζεται λανθασμένα ως άγχος αποχωρισμού. Πολύ απλά “πώς μπορώ απλά να απομακρυνθώ από τον/ την…;” ενώ η πραγματική δυσκολία σχετίζεται περισσότερο με το πόσο το ίδιο το άτομο αντιλαμβάνεται και διέπεται από πεποιθήσεις ότι αξίζει και μπορεί να λειτουργήσει μέσα σε μία νέα ευνοϊκότερη συνθήκη.

 

Ανάγκη ελέγχου. Η νέα συνθήκη φαντάζει ιδιαιτέρως ελκυστική και σαφώς πολύ πιο κοντά στην προσωπική εξέλιξη του ατόμου ωστόσο η απομάκρυνση από το οικείο πλαίσιο μειώνει την προβλεπτική ικανότητα και αυξάνει τις πιθανότητες το άτομο να βρεθεί σε αδιέξοδο ή αμηχανία. Το οικείο πλαίσιο είναι ήδη γνωστό. Όπως είναι ήδη γνωστή και η διαχείριση μέσα σε αυτό. Μπορεί να μην είναι απόλυτα ευχάριστο αλλά είναι γνωστοί τρόποι με τους οποίους το άτομο μπορεί να ελιχθεί μέσα σε αυτό και να είναι όλα σε τάξη – χωρίς κόστος. Αναφερόμενοι σε κόστος εννοούμε τις συνέπειες μίας συμπεριφοράς, περισσότερο σε ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο αλλά μπορεί να είναι και σε πρακτικό.

 

Προσωπική εξέλιξη.

 

Τα επίπεδα άγχους μας μέσα στη συνθήκη που θα περιγράφαμε ως άνετη είναι αρκετά χαμηλά. Ωστόσο, σε ένα τέτοιο πλαίσιο δε μας επιτρέπεται η εξέλιξη. Και ίσως στα παραπάνω παραδείγματα η λύση να μοιάζει απλή, σε άλλες περιπτώσεις όμως το άτομο μπορεί να νιώσει παγιδευμένο. Αυτό είναι συνηθέστερο στην περίπτωση των σχέσεων ή της προσωπικής αλλαγής. Ανάλογα με το χαρακτήρα και τις πρότερες εμπειρίες και άρα με ποιο τρόπο το άτομο βιώνει την ένταση, αυτή μπορεί να μειώσει το κίνητρό του σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.

 

Στο επίπεδο των σχέσεων, μπορεί το άτομο να βιώνει δυσκολία να αποσυρθεί από μία σχέση η οποία λίγα προσφέρει πλέον και περισσότερο επιβαρύνει συναισθηματικά ή και πρακτικά το άτομο. Ας σκεφτούμε τις περιπτώσεις ατόμων τα οποία αν και πρόσφατα βγήκαν από κάποια σημαντική για τα ίδια σχέση ή συνεργασία οι ίδιοι εμφανίζονται ανανεωμένοι, ανάλαφροι και εμφανώς περισσότερο συγκροτημένοι από πριν.

 

Στην περίπτωση της προσωπικής ανάπτυξης, η δυσκολία να είναι κανείς αποφασιστικός ως προς την προσδοκώμενη αλλαγή παρουσιάζεται συχνά όταν το άτομο βλέπει ακριβώς τί καλείται να κάνει για να βελτιώσει τη θέση του ωστόσο αδυνατεί για κάποιον “απροσδιόριστο” ή αόρατο πιο ορθά λόγο. Αυτό έρχεται συχνά στην επιφάνεια στη θεραπεία του ατόμου όπου το βλέπουμε ως αντίσταση ή ακόμη και ως αιτία διακοπής της θεραπείας τη στιγμή δε που το άτομο καλείται να υλοποιήσει μία τρόπον τινά προσωπική υπέρβαση. Στα μικρά παιδιά το βλέπουμε πιο εμφανώς ως στρες πριν κάθε αναπτυξιακό επίτευγμα.

 

Η παραμονή επί μακρόν σε ζώνες άνεσης έχει ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα και την απουσία προσωπικής ανάπτυξης καθώς αν δεν κινητοποιηθούμε και αναλάβουμε ευθύνη και δράση κανείς δεν πρόκειται να το κάνει στη θέση μας και άρα να επιτύχει τους προσωπικούς μας στόχους και τα όνειρά μας για λογαριασμό μας. Εξάλλου, ποτέ δε θα αντιληφθούμε το πλήρες μας δυναμικό αν δεν μετακινηθούμε από τις ζώνες άνεσής μας.

 

Έχοντας υπόψη μας τα παραπάνω, μπορούμε να αναγνωρίζουμε καλύτερα τη συναισθηματική μας κατάσταση όταν μετακινούμαστε ανάμεσα στις παραπάνω ζώνες, να φροντίζουμε ανάλογα τον εαυτό μας, να ενδυναμώνουμε και αξιοποιούμε την ψυχοσυναισθηματική μας ετοιμότητα και να προετοιμάζουμε με περισσότερη επίγνωση τη δράση μας επιτρέποντας μας να βρεθούμε συνειδητά σε μία ζώνη άνεσης.

 

Πηγές:

 

Pink H. D., (2009). Drive: The Surprising Truth About What Motivates Us. New York, Riverhead Books.
Senninger, T. (2000). Abenteuer leiten – in Abenteuern lernen. Münster, Ökotopia.
Yerkes, R. & Dodson, J. (1907). The Dancing Mouse, A Study in Animal Behavior, Journal of Comparative Neurology & Psychology, N. 18, pp. 459–482.
Vygotsky, L. S. (1978). Mind and society: The development of higher mental processes, Cambridge, MA: Harvard University Press.
White, A. (2009). From Comfort Zone to Performance Management: Understanding Development and Performance. White & MacLean Publishing.

Ελένη Μπονέ, Ψυχολόγος MSc – Ψυχοθεραπεύτρια, Πηγή