Σε μια περίοδο όπου η εμφάνιση νέων μεγάλων ονομάτων στο χώρο της μουσικής είναι σχετικά σπάνιο φαινόμενο, αν εξαιρέσουμε ένα μέρος από τη σύγχρονη ποπ και καλλιτέχνες τύπου Lady Gaga, η εμφάνιση της Joanna Newsom και η καθιέρωσή της πια με την κυκλοφορία και του τρίτου επίσημου άλμπουμ της, που αποτελείται από τρία cd, αποτελούν μια σημαντική πηγή αισιοδοξίας για ένα είδος μουσικής το οποίο κινείται γύρω από τη φολκ και έχει επιζήσει στο πέρασμα αρκετών αιώνων.
 
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Joanna είναι η καλύτερη συνθέτις - τραγουδίστρια της γενιάς της, επισημαίνοντας ότι τα τραγούδια της φέρνουν στη μνήμη γυναίκες όπως οι Joni Mitchell, Kate Bush, Ricky Lee Jones, Carole King, Ρ. J. Harvey, Tori Amos, Laura Nyro και Bjork, οι οποίες κοινό παρανομαστή έχουν το ότι όλες τους κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν πυρήνα από θαυμαστές που τις ακολούθησε για πολλά χρόνια.
Η αλήθεια είναι ότι Bjork και Ρ.J. Harvey ήταν οι δύο τελευταίες γυναίκες που έγραφαν μόνες τους τα τραγούδια τους και κατάφεραν να εντυπωσιάσουν κοινό και κριτικούς.
 
Υπάρχουν βέβαια πολλές γυναίκες με επιτυχία στις μέρες μας, αλλά όλες βασίζονται στην εντυπωσιακά σχεδιασμένη εικόνα που παρουσιάζουν μέσα από τα βιντεοκλίπ τους και τη συχνά προκλητικότητα των στίχων των τραγουδιών τους. Παράλληλα καμία από αυτές δεν γράφει εντελώς μόνη της τα τραγούδια της.
Η Joanna έχει μία ακόμα διαφορά από τις σύγχρονες τραγουδίστριες της ποπ: τα περισσότερα από τα τραγούδια της έχουν απροσδόκητα μεγάλη χρονική διάρκεια, θυμίζοντας την τακτική που ακολούθησε η Joni Mitchell στα μέσα της δεκαετίας του '70.
 
Το κορίτσι από τη Βόρεια Καλιφόρνια, που γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1982 και ζει στη Νεβάδα, έκανε την πρώτη της επίσημη εμφάνιση το 2004 με το άλμπουμ The Milk-Eyed Mender. Τότε ήταν 22 ετών. Ηδη όμως είχε κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ το 2002 και την επόμενη χρονιά, υπό τους τίτλους Walnut Whales και Yarn and Glue, τα οποία διακινούσε η ίδια στα μέρη όπου εμφανιζόταν. Οπως ήταν επόμενο, αυτές οι πρώτες εμφανίσεις της εντυπωσίασαν το κοινό, που δεν είχε συνηθίσει να βλέπει μια νεαρή γυναίκα να παίζει άρπα συνοδεύοντας τα τραγούδια της και τη σχεδόν παράξενη για πολλούς φωνή της.
 
Η Newsom από τριών ετών είχε αποφασίσει ότι θα μάθει να παίζει άρπα, προφανώς επηρεασμένη από τη μητέρα της, και άρχισε να ασχολείται με την κέλτικη άρπα από 8 ετών. Ο καθηγητής μουσικής που προσέλαβαν οι γονείς της συνέστησε να κάνει πρώτα μαθήματα πιάνου και στη συνέχεια να ασχοληθεί με την άρπα γιατί στα 6 χρόνια της ήταν πολύ μικρή για να αρχίσει με αυτό το όργανο. Στα 14, εκτός από τις κέλτικες μελωδίες, είχε εντρυφήσει στην κλασική μουσική και στους ήχους του Kora, που είναι ένα είδος άρπας με 21 χορδές και χρησιμοποιείται στη δυτική Αφρική. Η αγάπη της για τη μουσική προήλθε από τους γονείς της· ο πατέρας της έπαιζε κιθάρα και η μητέρα της κλασικό πιάνο και άρπα.
 
Τελειώνοντας το γυμνάσιο, η Joanna πήγε να σπουδάσει μουσική στο Σαν Φρανσίσκο και σύντομα κυκλοφόρησε τα δύο πρώτα cds με περιορισμένα σε αριθμό τραγούδια, που ήταν δικές της συνθέσεις, σαν τα λεγόμενα παλαιότερα EPs.
 
Ο τότε σύντροφός της Noah Georgenson ήταν αυτός που έδωσε τα τραγούδια της στον Bonnie Prince Billy (Will Oldham), ο οποίος με τη σειρά του τα προώθησε στην εταιρεία του και παράλληλα της ζήτησε να πλαισιώσει την περιοδεία του. Ακολούθησαν η συνεργασία της σε συναυλίες με τον Devendra Banhardt και οι πρώτες εμφανίσεις της στην Αγγλία.
 
Στα άλμπουμ της που ακολούθησαν, η Joanna, μάς στέλνει πίσω στον χρόνο με τραγούδια που μας θυμίζουν την παραγωγική περίοδο της Joni Mitchell, αλλά και μεσαιωνικούς ήχους οι οποίοι, σε συνδυασμό με ήχους που παραπέμπουν σε ύμνους, δίνουν μια διαφορετική ατμόσφαιρα από αυτή που ακούμε συνήθως από τα σύγχρονα ραδιόφωνα.
 
Οι στίχοι των τραγουδιών της έχουν συχνά ιστορικό και οικολογικό περιεχόμενο, κάτι που ταιριάζει απόλυτα με το χρώμα της φωνής της, το οποίο, μέσα από τα χορταστικά σε διάρκεια τραγούδια της, ικανοποιεί απόλυτα τον απαιτητικό ακροατή, που ζητεί κάτι διαφορετικό αλλά παράλληλα και ποιοτικό στις μέρες μας.
Στο προηγούμενο άλμπουμ της, που κυκλοφόρησε το 2006 με τίτλο Ys, η Newton είχε ασχοληθεί με τη μυθική πόλη που είχε κτιστεί στις ακτές της Βρετάνης πριν από χιλιάδες χρόνια και καταστράφηκε. Η Ys αναφέρεται με αυτό το όνομα στην κέλτικη παράδοση και στη διάλεκτο την οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της περιοχής πριν από αρκετούς αιώνες.
 
Με το θέμα έχουν ασχοληθεί και άλλοι μουσικοί, όπως ο Debussy στο πρώτο βιβλίο με τα πρελούδιά του, ο Alan Stivell, Γάλλος τραγουδιστής που ήταν κάτοικος της περιοχής (στο ορχηστρικό Ys του 1972), το προοδευτικό ροκ συγκρότημα Il Balletto di Bronzo και σε αρκετά τραγούδια του το συγκρότημα της χέβι μέταλ Bal-Sagoth.
 
Στο μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ της, Ys, η Αμερικανίδα τραγουδίστρια συνοδεύει τη φωνή της με την άρπα της, με έναν λιτό τρόπο ερμηνείας που θυμίζει το πρώτο επίσημο άλμπουμ της, το οποίο κυκλοφόρησε το 2004.
Τα πέντε τραγούδια του άλμπουμ έχουν διάρκεια που κυμαίνεται από 7 μέχρι 17 λεπτά, χρόνος απαραίτητος για να αναπτύξει η δημιουργός τις ξεχωριστές ιστορίες της.
 
Το πρόσφατο άλμπουμ της, Have One On Me, αποτελείται από 3 δίσκους, αν και το υλικό θα μπορούσε να χωρέσει σε δύο. Τα τραγούδια παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά την άνοιξη του 2009 στη -γνωστή από τον Kerouac- Big Sur, στην Καλιφόρνια. Μαζί της στην αρχική παρουσίαση ήταν η φίλη της από τη Νεβάδα, επίσης συνθέτις-τραγουδίστρια Mariee Sioux, οι δύο φίλες στην τότε εμφάνισή τους χρησιμοποίησαν το ψευδώνυμο «The Beatles's».
 
Στο Have One On Me είναι εμφανής η πρόοδος της φωνής της, που μπορεί πια να κινείται προς αρκετές κατευθύνσεις και της επιτρέπει να ερμηνεύει το ίδιο εντυπωσιακά τραγούδια με δραματικό τρόπο, να «φλερτάρει» με την κάντρι, να πηγαίνει πίσω στο μακρινό παρελθόν με ήχους που θυμίζουν μουσική από τον Μεσαίωνα και, τέλος, να κάνει την φωνή της επιτηδευμένα παιδική.
 
Τα τραγούδια της Joanna Newsom έρχονται σε αντίθεση με το γενικό μουσικό κλίμα της εποχής μας, αλλά γεφυρώνουν το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σε πολλούς από τους σημερινούς μουσικούς και το παρελθόν, γεγονός που αποβαίνει υπέρ των παλαιότερων δίσκων, αφού, κατά γενική ομολογία και βάσει των προτιμήσεων του κοινού στις αγορές του, η παλαιότερη μουσική συνεχίζει να συγκινεί νέους και μεγαλύτερους που, όπως πάντα, δεν παύουν να ανακαλύπτουν τις παλιές μουσικές αξίες. 
 
Από τον Γιάννη Πετρίδη