gary moore and phil lynott

 

Stormont, Ανατολικό Μπέλφαστ, 1952. Ένα παιδί, ονόματι Robert William Gary Moore γεννιέται, έχοντας πατέρα τον Bobby Moore, έναν οργανωτή συναυλιών. Τρία χρόνια πριν, το 1949, είχε γεννηθεί ο Philip Parris Lynott, παιδί χωρισμένων γονιών, ο οποίος μεγαλώνει με τους παπούδες του στο Δουβλίνο. Λίγο καιρό αργότερα, η μοίρα τους θα ενωθεί μέσω του συγκροτήματος Skid Row. ‘Εκτοτε η σχέση τους θα περάσει από σαράντα κύματα και θα τους στιγματίσει για όλη την υπόλοιπη ζωή τους.

 

Ο Moore μεγάλωσε σε μια προβληματική οικογένεια με τέσσερα ακόμη αδέρφια. Η αγάπη του για την μουσική τον έκανε να πάρει την πρώτη του κιθάρα σε ηλικία μόλις οκτώ ετών. Παρόλο που ήταν αριστερόχειρας, έμαθε να παίζει με το δεξί. Σε ηλικία 14 ετών αγοράζει μια Fender Telecaster κι αρχίζει να παίζει μανιωδώς. Φτιάχνει με τους συμμαθητές του μία σχολική μπάντα, τους “Beat Boys”, παίζοντας κυρίως διασκευές γνωστών τραγουδιών. Γρήγορα εξελίσσεται σε παιδί-θαύμα και βιρτουόζο της κιθάρας. Οι πρώτες του επιρροές ήταν ο Elvis Presley και οι Beatles. Λόγω της ιδιότητας του πατέρα του βλέπει κι ακούει πολλά ιερά τέρατα της μουσικής που έρχονταν για κάποια live στο Μπέλφαστ. Έτσι είδε από κοντά τον Jimi Hendrix, τους Bluesbreakers του John Mayall, τους Who και τους Fleetwood Mac. Είχε πλέον αποφασίσει τι θα έκανε στη ζωή του.

 

Το καλοκαίρι του ’66 κυκλοφορεί το θρυλικό “Beano” του Mayall. Το άκουγε και το ξανάκουγε. Ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. ‘Ετσι, σε ηλικία 16 ετών, το σκάει απ΄το σπίτι του – την εποχή μάλιστα που άρχιζαν οι μεγάλες ταραχές στη Β. Ιρλανδία. Μετακομίζει στο Δουβλίνο, προστατευόμενος για λίγο από τον κιθαρίστα των Fleetwood Mac, Peter Green. Η φιλία τους αυτή κράτησε για πάντα. Ο ένας θαύμαζε τον άλλο, όπως ένας σοφός δάσκολος τον ταλαντούχο μαθητή κι αντίστροφα. Μάλιστα, όταν ο Green έφυγε από τους Mac, έδωσε στον Moore την κιθάρα του: μια Les Paul Standard, του ΄59 ! “Είναι η καλύτερη κιθάρα που έπαιξα ποτέ ... έχει μια μαγεία από μόνη της και έναν ήχο που δεν έχω ακούσει ποτέ από οποιαδήποτε άλλη κιθάρα”, έλεγε ο ίδιος ο Moore αργότερα.

 

Στο Δουβλίνο, με τις περγαμηνές του καλύτερου νέου κιθαρίστα του Μπέλφαστ, κεντρίζει το ενδιαφέρον του μπασίστα Brendan "Brush" Shiels, ηγέτη του blues rock συγκροτήματος Skid Row. Άμεσα εντάσσεται στο γκρουπ. Δεν ήταν ούτε 17 ετών! Μαζί θα ηχογραφήσει τα μοναδικά άλμπουμς της μπάντας, πρωταγωνιστώντας στην κιθάρα και στα φωνητικά, Skid (1970) και 34 Hours (1971). Εκεί θα κάνει και μία απ΄τις σημαντικότερες γνωριμίες της ζωής του: τον Phil Lynott, ο οποίος βρισκόταν στο γκρουπ από το 1967. Παίζουν μαζί, γνωρίζονται, δίνουν παραστάσεις, μοιράζονται την ίδια σκηνή, για πρώτη φορά. Αυτό όμως δεν κράτησε ούτε έναν χρόνο, αφού ο Lynott αφήνει την μπάντα για να ιδρύσει τους Thin Lizzy. O Gary με τη σειρά του εγκατέλειψε το συγκρότημα τον Δεκέμβριο του 1971. Σε ηλικία 19 ετών κάνει δικό του γκρουπ, τους Gary Moore Band. Η προσπάθεια χαρακτηρίζεται μάλλον αποτυχημένη, ωστόσο προλαβαίνει να κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ, το 1973, με τίτλο Grinding Stone.

 

Skid Row - Night of the Warm Witch (1971)

 

 

Στο μεταξύ, κι ενώ τα πράγματα στους Thin Lizzy πήγαιναν σχετικά καλά (ιδίως μετά την επιτυχία με το “Whiskey In the Jar”), εντελώς ξαφνικά ο κιθαρίστας τους, Eric Bell, παρατάει την μπάντα, εν μέσω συναυλιών, στα κρύα του λουτρού. Ήταν Πρωτοχρονιά του 1974. Ο Lynott χρειαζόταν άμεσα κι απελπισμένα έναν καλό γνώστη της εξάχορδης θεάς. Έτσι καλεί τον παλιό του συμπαίχτη απ’ τους Skid Row, τον Gary Moore, να συνεργαστούν μαζί για δεύτερη φορά. Ο Gary δέχεται. Τελειώνουν πετυχημένα τις παραστάσεις και μετά πείθεται να μείνει στην μπάντα. Αυτός έχει μπει για τα καλά στο πετσί της μπάντας και οι Lizzy με τη σειρά τους ανανεώνονται με την συνεισφορά του. Έτσι μπαίνουν αμέσως στο στούντιο για τις ανάγκες του τέταρτου άλμπουμ του γκρουπ, με τίτλο Nightlife. Κι όμως, πάλι ξαφνικά, ο Gary φεύγει απ΄τους Thin Lizzy, τον Απρίλη του ’74, πριν καν την κυκλοφορία του άλμπουμ. Προλαβαίνει όμως να ηχογραφήσει μερικά κομμάτια και κυρίως το “Still In Love With You”.

 

Μια ρομαντική, μελαγχολική μπαλάντα που έμελλε να είναι και η καλύτερη της μπάντας. Το κομμάτι στον δίσκο πιστώνεται μόνο στον Lynott και το θέμα έχει να κάνει ίσως και με την “απόδραση” του Gary. Είναι αλήθεια - όπως παραδέχτηκαν πολλοί γνωστοί του κατά καιρούς - ότι ο Phil ήταν εγωιστής, πλεονέκτης και μονοφαγάς σε θέματα credit. Το εν λόγω τραγούδι είχε, σε μεγάλο βαθμό, γραφτεί από τον Moore, από το μακρινό 1969, αλλά δεν το είχε ποτέ ηχογραφήσει. Το έκανε λοιπόν πρώτη φορά στο στούντιο με τους Lizzy, παίζοντας και το ανεπανάληπτο σόλο. Μάλιστα ο αντικαταστάτης του, ο Brian Robertson, αρνήθηκε να ξαναπαίξει το σόλο του Gary στις νέες ηχογραφήσεις, αφού, όπως έλεγε, δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερο. Το “Still In Love With You” πλέον δεν θα λείπει από καμία συναυλία των Thin Lizzy, μέχρι την διάλυσή τους, το 1983.

 

Thin Lizzy - Still in Love With You (1974)

 

 

Ο Moore, μετά τους Lizzy, ψάχνει για κάτι νέο. Πέφτει στην περίπτωση, καθώς ο ντράμερ Jon Hiseman είναι στην αναζήτηση μελών για την νέα του μπάντα. Ο Hiseman ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος Colosseum, μιας progressive jazz-rock ομάδας με αρκετό πειραματισμό. Όταν διαλύθηκαν σκέφτηκε να στήσει το γκρουπ απ΄την αρχή, με το πρωτότυπο όνομα…Colosseum II. Εκτός από τον Moore (κιθάρα, φωνητικά), επιστρατεύτηκαν για τον ίδιο σκοπό και οι Mike Starrs (vocals), Neil Murray (bass) και o - γνωστός μετέπειτα στους Rainbow - Don Airey (keyboards). Ο ήχος, ειδικά με την κιθάρα του Gary, γίνεται σαφώς βαρύτερος από ό,τι στο παλιό σχήμα. Με-πάνω κάτω-αυτό το lineup, ηχογραφούν τρία άλμπουμς: τα Strange New Flesh (1976), Electric Savage (1977) και War Dance (1977). Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι ότι το καθένα περιέχει instrumental κομμάτια, εκτός από ένα σε κάθε άλμπουμ, στο οποίο τραγουδά ο Moore. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από την fuse jazz της μπάντας, με έναν εκπληκτικό Gary Moore στην κιθάρα κι έναν “φευγάτο” Don Airey στο Hammond, που θυμίζει κάτι από …Keith Emerson, των ELP.

 

Colosseum II - Dark Side of the Moog (1976)

 

 

Τον Αύγουστο του ’78, o Moore φεύγει και ξαναπάει… στους Thin Lizzy! Μετά το live Live And Dangerous (1976) o Lynott αρχίζει να έχει αρκετά προβλήματα με τον Robertson. Έχουν να κάνουν κυρίως με αλκοόλ και κακή συμπεριφορά. Έτσι τον απολύει και στη θέση του ξαναφέρνει τον …παλιό, τον άσπονδο φίλο του, Gary Moore. Ο τελευταίος όμως προλαβαίνει και κυκλοφορεί έναν προσωπικό δίσκο, τον Back On the Streets (1978). Αποτελεί την πρώτη αμιγώς προσωπική δουλειά του. Οι Thin Lizzy, με αντιπροσωπεία τα ιδρυτικά μέλη Lynott και Downey, δίνουν κι εδώ τα διαπιστευτήριά τους, συμμετέχοντας σε μερικά κομμάτια, μεταξύ των οποίων το “Don’t Believe A Word” (από το άλμπουμ Johnny the Fox), το “Fanatical Fascists” και το διαμάντι του δίσκου, το “Parisienne Walkways”. Εδώ ο Lynott, εκτός απ’ τα φωνητικά, πιστώνεται και τους στίχους. Όπως ισχυρίζονται πολλοί, ο πρώτος στίχος “ I remember Paris in ’49 “, αναφέρεται έμμεσα (όχι στο Παρίσι) στον πατέρα του, τον Cecil Parris. Ας μην ξεχνάμε ότι και το ’49 ήταν το έτος γέννησης του Phil. Ίσως να αποτελεί ένα είδος θρήνου για τον πατέρα του που δεν είχε ως παιδί κοντά του, με μία ρομαντική διάθεση. Κι ίσως να αποτελεί ό,τι καλύτερο συν-έγραψαν οι δύο μεγάλοι μουσικοί. Το κομμάτι έγινε το τραγούδι-υπογραφή του Moore, που δεν θα έλειπε, ως encore, από κανένα live που θα έκανε έκτοτε.

 

Gary Moore - Parisienne Walkways (1978)

 

 

Ο ερχομός του στους Thin Lizzy, συμπίπτει με την επιστροφή του Downey στο γκρουπ, το οποίο ρεφορμάρεται. Στις αρχές του 1979 μπαίνουν οι βάσεις για ένα νέο φιλόδοξο project της μπάντας με το όνομα Black Rose: A Rock Legend. Χαρακτηρίστηκε ως το “καλύτερο και πιο πετυχημένο άλμπουμ” τους, φτάνοντας μέχρι το Νο 2 στα UK charts. Αυτή θα ήταν και η μοναδική φορά που ο Gary θα έμενε αρκετά στην μπάντα, τόσο όσο να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν ένα άλμπουμ - εκτός απ΄τα περάσματά του, το ’74 και το ’77. Εκτός απ΄το παραδοσιακό κομμάτι-υπογραφή του άλμπουμ, “Roisin Dubh (Black Rose)”, ο Gary παίρνει credit και για το κομμάτι “Sarah”, αφιερωμένο στη νεογέννητη κόρη του Lynott (σ.σ. η προηγούμενη “Sarah” του ’72 αφορούσε την …γιαγιά του, που τον μεγάλωσε).

 

Thin Lizzy - Sarah (1979)

 

 

Μετά τον αρχικό ενθουσιασμό του ερχομού του, τα προβλήματα στην μπάντα άρχισαν να γίνονται εμφανή. Ναρκωτικά, άσχημες συμπεριφορές, στην ημερήσια διάταξη. Εντελώς ξαφνικά-και πάλι-ο Moore εγκαταλείπει την μπάντα, για τελευταία φορά. Αυτό συνέβη στη μέση του αμερικάνικου tour, τον Ιούλη του ΄79. Η σόλο καριέρα αποτελούσε πλέον μονόδρομο για τον βιρτουόζο κιθαρίστα. Ήταν αποφασισμένος να πετύχει μόνος του. Πηγαίνοντας στο L.A. ξαναφτιάχνει ένα βραχύβιο γκρουπ, τους G-Force, με ονόματα όπως ο Mark Nauseef (πρώην Thin Lizzy κι αυτός), Glenn Hughes (ο οποίος αντικαταστάθηκε νωρίς απ΄τον Willie Dee) και Tony Newton. Ηχογραφούν για την Jet το ομώνυμο άλμπουμ G-Force, που κυκλοφορεί το 1980. Χωρίς το label G-Force, o Gary με την ίδια σύνθεση κυκλοφορεί το 1982, ως δεύτερo προσωπικό άλμπουμ το Corridors of Power. Περιέχει εκτός των άλλων και μια εκπληκτική διασκευή του “Wishing Well” των Free.

 

Gary Moore - Wishing Well (1982)

 

 

Γίνεται τεράστια επιτυχία κι ο δρόμος για την καθολική αναγνώριση του Moore είναι ήδη ανοιχτός. Γίνεται σαφέστατα αναγνωρίσιμος για το στιλ του (όπως και για τη φωνή του) κι επίσης ο κιθαρίστας που όλοι έψαχναν, όχι μόνο για την τρομακτική ταχύτητα του fretwork του, αλλά για το πάθος και την ειλικρίνεια στο παίξιμό του. Παρόλα αυτά δεν ενδίδει σε καμία πρόσκληση συμμετοχής σε κάποιο συγκρότημα. Η εμπειρία του, κυρίως με τους Lizzy, του είχε γίνει μάθημα. Φυσικά συνεργασίες έκανε πολλές, με διάσημους καλλιτέχνες, τόσο σε blues όσο και πιο classic rock φόρμες: George Harrison, Jack Bruce, Ginger Baker, Greg Lake, BB King, Albert King, Albert Collins και πολλοί άλλοι τζάμαραν και ηχογράφησαν μαζί του. Όπως και πάμπολλοι άλλοι τον αναφέρουν ως μεγάλη τους επιρροή.

 

Οι Randy Rhoads, Joe Bonamassa, Jake E. Lee, Zakk Wilde, George Lynch, Andrian Smith, Kirk Hammett είναι μόνο μερικά απ΄τα ιερά τέρατα της κιθάρας που διδάχτηκαν από το στιλ του Gary Moore. Αυτό όμως που ενδιαφέρει περισσότερο το συγκεκριμένο άρθρο είναι η συνεργασία του - για τελευταία φορά - με τον παλαιό του φίλο, τον Phil Lynott φυσικά! Έγινε το 1985, με αφορμή το άλμπουμ του Gary, Run for Cover, σίγουρα το πιο εμπορικό του, μέχρι εκείνη την στιγμή. Σ’ αυτό συμμετέχει μια ζηλευτή πλειάδα φίλων και πρώην συνεργατών του. Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να λείπει ο Phil! Παίζει μπάσο σε πολλά κομμάτια και έχει τα κύρια φωνητικά στο (δικό του) τραγούδι “Military Man”. Θα αφήσει εποχή όμως η συμμετοχή του στο κομμάτι (του Gary) “Out In the Fields”. Θα ήταν απ΄τις τελευταίες ηχογραφήσεις του πριν τον θάνατό του, τον Γενάρη του 1986. Μιλάει σαφώς για τις ταραχές στη Β. Ιρλανδία. Οι δύο Ιρλανδοί θα αφήσουν το στίγμα τους με αυτή την συνεργασία, την τελευταία συνεργασία της ζωής τους.

 

Gary Moore & Phil Lynott - Out In the Fields (1985)

 

 

Ο Gary θα συνέχιζε τον ανηφορικό δρόμο της επιτυχίας. Θα φτάσει στο peak της το 1990, με την κυκλοφορία του “Still Got the Blues”. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία - δεσμευόμαστε να την αναλύσουμε σε άλλο μας άρθρο…!

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

Πηγή: https://musicoversixcenturies.blogspot.com/search?updated-max=2018-11-29T13:51:00-08:00&max-results=11&start=58&by-date=false