charles 546546

 

 

Το κρασί ξέρει και το πιο παλιόσπιτο να ντύνει
πάλι με πλούτο θαυμαστό

 

και ξέρει μυθικές στοές ένα σωρό να στήνει
στον χρυσοκόκκινό του αφρό,
σαν ήλιος που σ’ ένα ουρανό συννεφιασμένο σβήνει.

 

Τ’ όπιο μάς κάνει πιο τρανή την απεραντοσύνη
κι ατέρμονες των όριων τις γραμμές·
σκάφτει πλατιά την ηδονή, τον χρόνο τον βαθύνει,

 

και μαύρες θλιβερές χαρές,
πέρα απ’ ό,τι είναι μπορετό, μες στην ψυχή ξεχύνει.

 

Μα τίποτα όλ’ αυτά ’ναι μπρος στο πως φαρμάκι κλειέται
στα πράσινά σου μάτια, ως με κοιτάν,
λίμνη όπου τρέμει μου η ψυχή κι ανάστροφα θωριέται…

 

Κοπάδι εκεί τα ονείρατά μου πάν’,
κι η δίψα τους μες στην πικρή την άβυσσό της σβηέται.

 

Και τίποτα μπρος στ’ άγριο το θαύμα δεν αξίζουν,
του σάλιου σου της δαγκωνιάς,
που δίχως τύψη την ψυχή στη λήθη μού βυθίζει,

 

και διώχνοντας τον ίλιγγο μεμιάς,
λιγόθυμη στου θάνατου τις όχθες την λικνίζει!

 

ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΙ

Σαρλ Μπωντλαίρ