Zwi Karelli3

 

Η Ελληνίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας Ζωή Καρέλλη, γεννήθηκε το 1901 και πέθανε στις 16 Ιουλίου του 1998.

 

 

1.Hμερολόγιο 1955-1973.109

2.10 Απριλίου 1938

3.Καρκίνος (δεύτερο μέρος)

4.Τα εικονίσματα ΙΙΙ

5.Η αναρρίχηση

6.Χαιρετισμός

7.Χορικό

 

(η ηχογράφηση έγινε το 1984 για την ΕΡΑ)

 

 

 

 

10 ΑΠΡΙΛΙΟY 1938

 

Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη πού περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι o καρπός πού αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι ή θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
πού αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου,
υποφέρω την έννοια του εαυτού μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Που ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;

 

Η ζωή πιο ωραία,
ισάξια του θανάτου, με πληρώνει.
Κύριε, μη με παραδίνεις
στις δυνάμεις που περιέχω.
Να καταστρέψει η αρμονία
την ηδονή που αναθρώσκει,
να συνθέσω τη γαλήνη.

 

Τα λόγια μου σπρώχνονται
στα στόματα απ’ το σώμα μου,
όπως η ζωή που αναβλύζει απ’ τη γη
στην ορμή απ’ το θερμό φως.

 

Στους νεκρούς ανάμεσα πέρασα
γεμάτος ζωής προσφορά,
πώς θα μου απαντήσει
η σιωπηλή ζωή;
Έκραξα στους ζωντανούς ανάμεσα,
ποίοι είναι οι επιζώντες
και δεν ακούω ομιλία καμμιά;

 

Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω τη στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι’ αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην αποσύνθεση.

 

Τα Εικονίσματα III

 

Tα μάτια στις βυζαντινές εικόνες,
αγίων και μαρτύρων, τα εκστατικά,
είναι διαφορετικά απ’ των αρχαίων αγαλμάτων.

 

- Ω δόξα της πατρίδας μου διπλή κι’ απέραντη
χαρά η προσφορά, ανθρώπινη,
δική σου παρηγοριά και διδαχή σου.

 

Σ’ ολόκληρη την όρθωση, την άρθρωση
του ωραίου σώματός των, είναι υπεροπτικά
σχεδόν, τα ελληνικά αγάλματα
και στην ευγενική θωριά, το βλέμμα
δείχνει αλλού να θεωρεί.

 

Oι άγιοι μονάχο δε σ’ αφήνουνε,
το στρογγυλό τους μάτι ολάνοιχτο,
κι’ ωσάν έκπληκτο, σε παρακολουθεί
σε μυστικήν, ενδόμυχη ατένιση σε οδηγεί
για να πιστέψεις στο δικό τους όραμα
με πάσαν την υποταγή.
Όχι πια φοβισμένη,
μα φωτισμένη απ’ της ψυχής το νόημα
που αντελήφθη και ομολογεί.

 

 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Ο χρόνος
μοιραίος ίσως και μάταιος
ασύλληπτος.
Ο χρόνος
καθαρός πολύτιμος
σταθερός απείραχτος
δυνατός συμπαγής
ολόκληρος νοητός ατελείωτος
αιώνιος αστείρευτος αέναος άθιχτος
ακέραιος ακατάπαυστος
διαρκής ασάλευτος
αδίσταχτος αδιαίρετος
ακίνητος άκρατος αδέσμευτος
πυκνός αδιάφορος αδιαπέραστος
ο χρόνος αδιάλλαχτος
αδιάλεχτος απρόσιτος αδιήγητος
αγνώριστος άγνωστος άδηλος
πολύπλοκος ποικίλος ανεξήγητος
βέβαιος αβέβαιος
χρόνος αβίαστος απροσδόκητος
αδοκίμαστος αδιέξοδος
χρόνος βαθύς και τραχύς.
Αγέρωχος πλούσιος, άφθονος
o χρόνος ακριβής αιφνίδιος
φανερός ο δίκαιος υπερήφανος
ένας ο μοναδικός χρόνος, λαμπρός
ο έξοχος νέος διαρκώς
ένδοξος θείος ο χρόνος.

 

 

ΧΟΡΙΚΟ

 

Εσύ πού ξεκινάς απ’ τ’ άγνωστο,
δύναμη αβάσταχτη πού μας βαστάς,
τα πιο ανόμοια κυβερνάς μαζύ τα σ
έρνεις και τα φέρνεις από μακρυά,
εσύ τα Οδηγείς προς τη συνάντηση.

 

Απάντηση δική μας δε ζητάς, εσύ τη
θέληση και το μυαλό ποτίζεις, την
άρνηση νικάς, σμίγεις όσα
εχθρεύονται και τα εμπόδια
καταλύεις, με τίποτα δε σταματάς.
Μας τυραννάς κι’ δμοις οΰτ’ ή χαρά
ουΥ ή ευφροσύνη, ποτέ ή γαλήνη τη
δική σου δε θα φτάσει δύναμη.
Γίνεται η ζωή μας η αδύναμη
ακέρια επιμονή, εσύ σαν το ζητάς.

Ακατανίκητη εσύ, του κόσμου
μυστική προσπάθεια, η αχάλαστη και
νίκη στου θανάτου την επιβολή,
ευλογημένη ώρα υπέροχη, ξεχωριστή,

 

ποιος στην ορμή σου αντέχει; Ποιος
ειν’ εκείνος πού μπορεί να πει σαν τον
κατέχ’ η δόξα σου, πώς από σένα δεν
υπάρχει και, για σένα δεν υπάρχει;

 

Χάρη ανήσυχη κι’ ανένδοτη,
εσύ τα πάντα δίνεις κι’ εσύ
τα δέχεσαι, αρχή εσύ
και σαν επιστροφή ακόμα,
στροφή μαζύ και σταθερότητα
ακίνητη.

 

Με σένα σβήνει ο χωρισμός
που τους ανθρώπους αφανίζει
κι’ η σημασία σου εκείνον τον καϋμό
καταλαγιάζει που σώμα και ψυχή
αλαλιάζει σε μυστικό και φανερό παλμό,

 

δεχόμαστε τον ορισμό κι’ όταν
παλεύουμε, σε θέλουμε κι’ όταν
γυρεύουμε από σε ν’ απαλλαχτούμε,
ακόμα πιο πολύ σ’ αποζητούμε και
σένα έχουμε οδηγό!

 

Τη φτώχεια παραλλάζεις, την ασκήμια μας,
μεσ’ απ’ τα μάτια μας αλλιώς κοιτάζεις.
Συντρίμι αν είμ’ εγώ κι’ απομεινάρι
συνέρχομαι και να αισθανθώ
μπορώ την πάσαν αρμονία.

 

Μέθη οξύτατη που δεν την φτάνει
καμμιά συμφωνία γνωστική.Κατάφαση
μοναδική συναίνεση,παντοτεινή νεότητα,
συ ο ρυθμός και της ζωής το ρεύμα
το αλάθητο, ο αριθμός ο ένας και διπλός.

 

Εσύ που είσαι η μοναδική υπερβολή,
μας αψηλώνεις καιπροβαίνουμε,
στην αδυσώπητη στιγμή μας
της υπακοής, εκείλυγίζεις την πασά
θέληση μας.Όταν ολόκληρος

 

ο άνθρωπος δεν ξέρει να δεχτεί
αληθινό το κάλεσμα, που φαίνεται
γνωστό και. πάντα είναι το πιο κρυφό
κι’ όσο κρυμμένο, τόσο πιο αδάμαστο
κι’ απείραχτο κι’ αμείλικτο και θαυμαστό,

 

σημαδεμένος μένει, στερημένος
από το δώρο της ζωής το αδιάλλακτο
και το πιο διαλεχτό.

 

 

(από Tα ποιήματα, Tόμος Πρώτος, Oι εκδόσεις των Φίλων, 2000)
(διαβάζει: Καρέλλη Ζωή, Ελληνικός λόγος: Ποίηση, ΕΡΑ 1999)