Του Ιωάννη Παπαδόπουλου*

 

*Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Στις 21 Αυγούστου έληξε το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας. Αυτό έδωσε την ευκαιρία στον Έλληνα Πρωθυπουργό να πανηγυρίσει την «καθαρή έξοδο από τα μνημόνια» και να επιχαίρει για την «ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας της χώρας». Αν όμως δει κανείς προσεκτικά τα οικονομικά στοιχεία, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική και δικαιολογεί κατήφεια μάλλον παρά θριαμβολογία.



Από το 2010 έως το 2018, η Ελλάδα έλαβε μέτρα λιτότητας 80 δις για να πετύχει δημοσιονομικό αποτέλεσμα περίπου 35 δις, ενώ τα υπολειπόμενα περίπου 45 δις κυριολεκτικά χάθηκαν στην οικονομική ύφεση. Με οποιοδήποτε μέτρο και να το κρίνει κανείς, το αποτέλεσμα είναι αποκαρδιωτικό. Βεβαίως, τα λεγόμενα «δίδυμα ελλείμματα» της αρχής της κρίσης (δημοσιονομικό έλλειμμα και έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών) είτε εξαλείφθηκαν (δημοσιονομικό έλλειμμα) είτε διορθώθηκαν (έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών). Όμως αυτό δεν επιτεύχθηκε με μια πραγματική ανάκαμψη και επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως είχε συμβεί μετά τη Μεγάλη Σύνθλιψη στην Αμερική κατά τη δεκαετία του 1930 ως αποτέλεσμα συνδυασμού ισχυρής αναδιάρθρωσης των τραπεζών και του ιδιωτικού χρέους, αντικυκλικής αύξησης των δημόσιων επενδύσεων και ενίσχυσης της ρυθμιστικής διακυβέρνησης με τον διαχωρισμό μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών και τη θέσπιση ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η προσαρμογή επιτεύχθηκε με τη μετακύλιση του δημόσιου χρέους στον ιδιωτικό τομέα, παγιδεύοντας την οικονομία σε ένα έλος στασιμότητας για πολλά χρόνια.

 

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Οι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ από το υψηλό του 2008 διαμορφώθηκαν στα 65,7 δις, ενώ το ΑΕΠ του 2017 (177,7 δις) υπολειπόταν ακόμη αυτού του 2014 (178,7 δις) μετά την περιπέτεια του α’ εξαμήνου του 2015. Από το 2007 έως το 2017, τα νοικοκυριά υπέστησαν απώλειες του ενός τρίτου των περιουσιακών τους στοιχείων. Στην αγορά ακινήτων οι απώλειες ξεπέρασαν το 45%. Στο χρηματιστήριο 150 δις ευρώ έγιναν καπνός. Μία δεκαετία μετά το ξέσπασμα της κρίσης, οι ΗΠΑ είχαν ανακτήσει τις απώλειες του ΑΕΠ απ’ το Μεγάλο Κραχ του 1929 και είχαν αναπτυχθεί εκ νέου κατά 10%, ενώ η Ελλάδατου 2018 δεν έχει ακόμα ανακτήσει ούτε τα 3/4 του ΑΕΠ του 2008. Η Ελληνική Κρίση θα περάσει στα χρονικά της οικονομικής ιστορίας ως η μεγαλύτερη καταστροφή που έχει συμβεί σε δυτική χώρα εν καιρώ ειρήνης.

 

Οι δημοσιονομικές ανισορροπίες της προηγούμενης περιόδου έχουν πια μεταφερθεί στους ισολογισμούς του ιδιωτικού τομέα, χωρίς καμία σοβαρή προοπτική αναδιάρθρωσης του ιδιωτικού χρέους για την επανεκκίνηση των εγχώριων επενδύσεων και της κατανάλωσης. Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών βρίσκονται στο δυσθεώρητο ύψος των 92,4 δις, αν και έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια. Το χρέος των ιδιωτών έχει πια ξεπεράσει τα 100 δις προς το Δημόσιο και τα 30 δις προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Οι τραπεζικές καταθέσεις έχουν μειωθεί συνολικά πάνω από 100 δις, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα των τραπεζών να χορηγήσουν νέα δάνεια. Ο σχηματισμός πάγιου ακαθάριστου κεφαλαίου, ουσιαστικά δηλαδή οι κεφαλαιουχικές επενδύσεις στις οποίες βασίζεται η αύξηση της παραγωγικότητας, βρίσκεται μόλις στο 30% της περιόδου 2001-2009, με αποτέλεσμα το επενδυτικό κενό να ξεπερνά τα 100 δις.

 

Αυτή η τεράστια υδραυλική πίεση του ιδιωτικού χρέους λόγω της υπερφορολόγησης των τελευταίων χρόνων εκβάλλει νομοτελειακά σε μαζική απόκρυψη εισοδημάτων. Εδώ τα νούμερα είναι τρομακτικά. Από το 2014 έως το 2017 τα δηλωθέντα εισοδήματα έχουν μειωθεί κατά 4 δις ευρώ, ενώ υποτίθεται ότι «επανήλθε η ανάπτυξη», καθώς το 2017 το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 1,4%. Το σύνολο των νόμιμων εισοδημάτων στη χώρα ανέρχεται πια στα 72 δις ευρώ για ένα ΑΕΠ των 176,5 δις ευρώ. Δεν είναι μόνο το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό εισοδήματα/ΑΕΠ. Το πιο σοκαριστικό είναι ότι από αυτά τα 72 δις, οι μισθωτοί φαίνεται να έχουν παραγάγει το 82% και οι ελεύθεροι επαγγελματίες μόλις το 5%, και μάλιστα στη χώρα με το χαμηλότερο ποσοστό μισθωτών και το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων στην Ευρώπη, απλώς και μόνο επειδή οι μισθωτοί δεν μπορούν να αποκρύψουν εισοδήματα! Οι αιτίες αυτής της μέγιστης ανισορροπίας και κοινωνικής αδικίας έγκεινται, αφ’ ενός μεν στις δομικές αδυναμίες του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης της χώρας, που συνεχίζουν να γεννούν μαζικά ανομία και φοροδιαφυγή, αφ’ ετέρου δε στην υπερφορολόγηση των τελευταίων ετών καθώς και στο Ν. 4387/2016 («νόμο Κατρούγκαλου»), σύμφωνα με τον οποίο οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται βάσει του δηλωθέντος εισοδήματος του προηγούμενου έτους. Αυτά είναι τα βαρίδια με τα οποία η ελληνική οικονομία έχει, υποτίθεται, επανέλθει στην «κανονικότητα» μετά τη λήξη του Τρίτου Μνημονίου.

 

Πηγή: Ναυτεμπορική