Πάντα αγαπημένος — και πάντα επίκαιρος.
Ο Μάνος Λοΐζος έχει αυτό το σπάνιο χάρισμα: να γράφει μουσική που μιλάει κατευθείαν στην καρδιά, απλή αλλά βαθιά, προσωπική και ταυτόχρονα συλλογική.
Ο Μάνος Λοΐζος υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές και αγαπημένες μορφές του ελληνικού τραγουδιού. Γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Κύπριο πατέρα και Ρωσίδα μητέρα. Μεγάλωσε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, όπου η μουσική, οι γλώσσες και οι διαφορετικές παραδόσεις αποτέλεσαν φυσικό μέρος της καθημερινότητάς του. Από μικρός έδειξε ιδιαίτερη έφεση στη μουσική, πειραματιζόμενος με διάφορα όργανα και ακούγοντας ποικίλα ακούσματα, από ανατολίτικες μελωδίες μέχρι κλασική μουσική και δυτικές επιρροές. Η κλίση του όμως στη σύνθεση και στη μελωδία θα εκδηλωνόταν πλήρως λίγα χρόνια αργότερα, όταν εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα.
Το 1955 μετακόμισε στην Αθήνα για να σπουδάσει φαρμακευτική, σύμφωνα με την επιθυμία της οικογένειάς του. Η σχολή όμως δεν τον συγκινούσε, και σύντομα την εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί στη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική. Παρά τις δυσκολίες της επιλογής αυτής, εργάστηκε επί σειρά ετών σε διάφορες δουλειές για να επιβιώσει, ενώ παράλληλα μελετούσε μουσική μόνος του, χωρίς επίσημες σπουδές. Η αυτοδίδακτη φύση του και η αυθεντικότητα της γραφής του θα καθόριζαν και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των μελωδιών του.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε να κινείται στους κύκλους των νέων τότε δημιουργών του Νέου Κύματος. Εκεί γνώρισε τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Κώστα Χατζή, τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και στιχουργούς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος θα γινόταν ένας από τους στενότερους συνεργάτες του. Το 1962 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τραγούδια που έδειχναν ήδη τη μελωδική του ευαισθησία, όμως η ευρεία αναγνώριση δεν ήρθε παρά στα τέλη της δεκαετίας.
Η περίοδος της δικτατορίας (1967–1974) επηρέασε βαθιά τον Λοΐζο, τόσο προσωπικά όσο και καλλιτεχνικά. Με έντονη πολιτική συνείδηση, ο ίδιος αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την καταπίεση της εποχής και συχνά βρέθηκε στο στόχαστρο του καθεστώτος. Τα τραγούδια του εκείνης της περιόδου, πολλά εκ των οποίων σε στίχους Παπαδόπουλου, Μανώλη Ρασούλη και Φώντα Λάδη, απέκτησαν έναν εσωτερικό, υπόγειο χαρακτήρα αντίστασης. Η μουσική του έγινε καταφύγιο και έκφραση για πολλούς Έλληνες, που έβρισκαν σε αυτήν τη δύναμη και την ανθρωπιά που έλειπε από την καθημερινότητα της καταπίεσης.
Στη δεκαετία του 1970 ο Λοΐζος γνώρισε την κορύφωση της καλλιτεχνικής του πορείας. Τραγούδια όπως «Ο Δρόμος», «Τσε Γκεβάρα», «Τα Παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο», «Ο Δεληγιάννης», «Ο Ανεκπλήρωτος», «Η Μέρα Εκείνη Δε Θ’ Αργήσει», «Τ’ Ακορντεόν», «Ο Γέρο-Νέγρος Τζιμ» και αργότερα το κορυφαίο «Καλημέρα Ήλιε» έγιναν κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Η συνεργασία του με ερμηνευτές όπως ο Γιώργος Νταλάρας, η Χάρις Αλεξίου, ο Δημήτρης Μητροπάνος, η Μελίνα Μερκούρη, η Αλεξάνδρα και ο Στάθης Κωνσταντίνου, έδωσε στα τραγούδια του μια ακόμη πιο ευρεία απήχηση. Παράλληλα, ο ίδιος ξεχώριζε για τον χαμηλών τόνων χαρακτήρα του, την απλότητα, την ευγένεια και την αίσθηση δικαιοσύνης που τον διέκρινε.
Η μουσική γραφή του Λοΐζου ήταν μοναδική. Χρησιμοποιούσε απλές, καθαρές μελωδίες, συχνά λουσμένες σε μια νοσταλγική, σχεδόν παιδική ευαισθησία, αλλά με βαθιά συναισθηματική φόρτιση. Ενσωμάτωνε στοιχεία από την ελληνική παραδοσιακή μουσική, το ρεμπέτικο, τη ρωσική μελωδικότητα και το διεθνές πολιτικό τραγούδι. Αυτός ο συνδυασμός του χάρισε έναν ιδιαίτερο, εύκολα αναγνωρίσιμο μουσικό κόσμο, ο οποίος εξακολουθεί να συγκινεί μέχρι σήμερα. Ο Λοΐζος δεν υπήρξε ποτέ «εμπορικός» με τη στενή έννοια· όμως κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους συνθέτες όλων των Ελλήνων, γιατί τα τραγούδια του μιλούσαν για πράγματα αληθινά: τον άνθρωπο, την αδικία, την αγάπη, την ελευθερία.
Στην προσωπική του ζωή υπήρξε άνθρωπος ευαίσθητος, στοχαστικός, με έντονη ανθρωπιστική διάθεση και πολιτικοποιημένη συνείδηση. Είχε στενές φιλίες με καλλιτέχνες και διανοούμενους της εποχής και συμμετείχε ενεργά σε κοινωνικούς αγώνες. Δεν έβλεπε ποτέ τη μουσική ως κάτι αποκομμένο από την κοινωνία· για εκείνον, ο καλλιτέχνης όφειλε να παίρνει θέση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενώ η δημιουργικότητά του παρέμενε αμείωτη, ο Λοΐζος άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Μεταφέρθηκε στη Μόσχα για θεραπεία, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή στις 17 Σεπτεμβρίου 1982, σε ηλικία μόλις 44 ετών. Ο θάνατός του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση σε ολόκληρη την Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι συνόδευσαν το φέρετρό του στην Αθήνα, σαν μια σιωπηλή υπόκλιση σε έναν δημιουργό που τους είχε αγγίξει όσο λίγοι.
Η μουσική κληρονομιά του Μάνου Λοΐζου παραμένει ζωντανή και επίκαιρη. Τα τραγούδια του εξακολουθούν να τραγουδιούνται από όλες τις γενιές, να διασκευάζονται και να εμπνέουν νέους καλλιτέχνες. Ίσως γιατί η τέχνη του ήταν πάντοτε βαθιά ανθρώπινη, γεμάτη αλήθεια, ευαισθησία και αγάπη για τον κόσμο. Ο Λοΐζος δεν υπήρξε απλώς ένας ευρηματικός συνθέτης. Υπήρξε ένας ποιητής της μελωδίας και ένας άνθρωπος που με τη μουσική του προσπάθησε να κάνει τον κόσμο λίγο πιο όμορφο και λίγο πιο δίκαιο. Και γι’ αυτό, παραμένει πάντα αγαπημένος.
