Από τον Γιάννη Πετρίδη

Μέλος στους Dead Can Dance, ένα από τα πιο αγαπητά συγκροτήματα για το ελληνικό κοινό.

Εκτός από την συμμετοχή τους στο συγκρότημα, τα δύο βασικά μέλη τους, ο Brendan Perry και η Lisa Gerrard, συνεχίζουν να μας παρουσιάζουν κατά καιρούς ενδιαφέρουσες δισκογραφικές προτάσεις και ειδικά η Lisa να δικαιολογεί με την παρουσία της το ενδιαφέρον που έδειξε για τη μουσική της το ελληνικό κοινό από το 1984 που κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ των Dead Can Dance, στο οποίο υπήρχαν αρκετά στοιχεία από το λεγόμενο γοτθικό ροκ.

Εχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια από τότε που δημιουργήθηκε, αρχικά ως κουαρτέτο στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, αυτό το συγκρότημα, που από τα πρώτα του βήματα προσπάθησε να παντρέψει τους ήχους της Αναγέννησης με τα υπολείμματα του πανκ, που ακόμη ήταν στην επικαιρότητα το 1981 που έφτιαξαν το συγκρότημα.

Ευρωπαϊκοί σύγχρονοι ήχοι της... Αναγέννησης χαρακτηρίστηκε το υλικό από το δεύτερο άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε με τον τίτλο Spleen and Ideal. Ο τίτλος είναι δανεισμένος από ποίημα του Γάλλου Charles Baudelaire, ενώ άλλα τραγούδια είναι επηρεασμένα από τον άγγλο συγγραφέα Thomas de Quinsey. Στο άλμπουμ, η Gerrard και ο Perry χρησιμοποίησαν μουσικούς στούντιο για να μπορέσουν να αναπαράγουν ήχους που πολλοί τους χαρακτήρισαν σαν μουσική που ηχογραφήθηκε μέσα σε κάποιο καθεδρικό ναό σε κάποια άλλη εποχή.

Το 1987 κυκλοφορούν το άλμπουμ Within The Realm Of Α Dying Sun, στο οποίο υπάρχουν τα τραγούδια Dawn Of The Iconoplast, που θα το χρησιμοποιήσουν αργότερα σαν σάμπλινγκ οι Future Sound Of London στο Papua New Guinea, το Persephone (The Gathering Of Flowers), που έγινε σάμπλινγκ σε ένα τραγούδι του γερμανικού techno συγκροτήματος Scooter το 2001 και το Xavier, που διασκεύασαν αργότερα οι Paradise Lost.

Το 1989 και ενώ ένα χρόνο πριν είχαν κυκλοφορήσει το άλμπουμ The Serpent's Egg, το ζευγάρι θα χωρίσει και η Gerrard θα επιστρέψει στην Αυστραλία, όμως η καλλιτεχνική τους συνεργασία θα συνεχιστεί σαν Dead Can Dance με το άλμπουμ Aion (1990), που θα ηχογραφηθεί στην εκκλησία που είχε αποκτήσει ο Brendan Perry στην Ιρλανδία.

Το In Το The Labyrinth θα κυκλοφορήσει το 1993 και θα είναι το πρώτο άλμπουμ στο οποίο το ντουέτο θα παίζει μόνο του όλα τα όργανα χωρίς τη συμμετοχή άλλων μουσικών.

Ο τίτλος είναι βέβαια επηρεασμένος από τον μύθο με τον Θησέα και τον Μινώταυρο στον Λαβύρινθο της Κρήτης και αρκετά από τα τραγούδια αναφέρονται ευθέως στον μύθο, όπως τα Ariadne, Towards The Within και Emmeleia.

Στο άλμπουμ για πρώτη φορά το συγκρότημα δίνει βάση στις εμπνεύσεις της Lisa Gerrard, που έχουν ως πηγή την παραδοσιακή μουσική, όπως το Yulunga (The Spirit Of Dance), επηρεασμένο από τη μουσική παράδοση των αυστραλών ιθαγενών.

Το Ubiquitous Mr Lovegrove χρησιμοποιήθηκε το 1995 στην ταινία The Crossing Gyard με τον Sean Penn.

Στο Carnival Is Over έχουν δανειστεί στίχους από το Eternal των Joy Division, ενώ και η μουσική θυμίζει τραγούδια από το άλμπουμ Closer, στίχους από το Love Will Tear Us Apart έχει και το Tell me About The Forest.

Στο τραγούδι How Fortunate The Man With None ο Brendan Perry χρησιμοποιεί μέρος από το ποίημα του Bertolt Brecht, Die Ballade von den Prominenten, που γράφτηκε το 1928.

Στον μύθο του Λαβύρινθου αναφέρεται και το The Spider's Strategem μέσω της ομώνυμης ταινίας του Bernardo Bertolucci από το 1970.

Η Lisa Gerrard, γεννήθηκε στη Μελβούρνη από ιρλανδούς γονείς και η μουσική της χώρας των γονέων της μαζί με τους ήχους της Μεσογείου κυριαρχούσαν γύρω της και αυτούς τους ήχους προσπάθησε να αναπαράγει αρχικά στα άλμπουμ των Dead Can Dance και στη συνέχεια στην προσωπική της καριέρα.

Η πρωτοπορία στον ήχο της μουσικής που δημιουργούσε ήταν έντονη από τα πρώτα της μουσικά βήματα με τους Dead Can Dance και συνεχίστηκε με το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ, που κυκλοφόρησε το 1995 με τίτλο The Mirror Pool.

Στο άλμπουμ αυτό, που κυκλοφόρησε λίγο μετά το τέλος της δεκάχρονης ερωτικής της σχέσης με τον Brendan Perry, η Gerrard προσπάθησε να μεταφέρει στο κοινό της με τη συνοδεία της Victoria Philarmonic Orchestra και αρχαία μουσικά όργανα από την Κίνα, ήχους που έφερναν τον μουσικό σε επαφή με τις δυνάμεις της φύσης, που μέσα στην άγρια ομορφιά του αυστραλιανού τοπίου συχνά επηρεάζουν τις ανθρώπινες διαθέσεις και οδηγούν σε ένα μυστικό διάλογο μεταξύ φύσης και μουσικών οργάνων.

Ενα χρόνο αργότερα, το 1996, θα κυκλοφορήσει το Spiritchaser, που ήταν το τελευταίο στούντιο άλμπουμ για τους Dead Can Dance.

Στη συνέχεια θα εγκαινιάσει με το άλμπουμ Duality τη συνεργασία της με τον Peter Bourke, συνεργασία που θα οδηγήσει στη δημιουργία μουσικής για τις ταινίες Ali (2001) και The Insider (1999). Η κινηματογραφική παρουσία της είχε αρχίσει το 1989, όταν εκτός από τη μουσική των Dead Can Dance εμφανίστηκε και ως ηθοποιός στην ισπανική ταινία του σκηνοθέτη Augustin Villaronga, El Nino de la Luna.

Η επιτυχία που γνώρισε η συνεργασία της με τον Hans Zimmer στη μουσική της ταινίας Gladiator, το 2000, της χάρισε τη Χρυσή Σφαίρα και μία περαιτέρω συνεργασία μαζί του στις ταινίες Mission Impossible ΙΙ (2000) και Tears Of The Sun (2003).

Μέχρι σήμερα, θα γράψει τη μουσική για αρκετές κινηματογραφικές ταινίες, με πιο σημαντική ίσως το Whale Rider, μια ανεξάρτητη παραγωγή από τη Νέα Ζηλανδία, στην οποία έπαιζε η 12χρονη τότε Keisha Castle-Hughes, που έγινε η νεαρότερη σε ηλικία ηθοποιός που κέρδιζε υποψηφιότητα πρώτου ρόλου για το βραβείο Οσκαρ (έχασε από την Charlize Theron και την ερμηνεία που έκανε στο Monster).

Το 2004 θα εγκαινιάσει τη συνεργασία της με τον Patrick Cassidy, τον ιρλανδό συνθέτη κλασικής μουσικής, που είχε γράψει τη γνωστή άρια Vide Cor Meum, που χρησιμοποιήθηκε στις κινηματογραφικές ταινίες Hannibal (2001) και Kingdom Of Heaven (2005). Το αποτέλεσμα της συνεργασίας ήταν το άλμπουμ Immortal Memory, που το ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα, το 2005, το Ashes And Snow, που ήταν μουσική και τραγούδια για την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία που ήταν σχετική με τη ζωή διαφόρων ζώων στον πλανήτη μας.

Το 2006 κυκλοφορεί το ντοκιμαντέρ Sanctuary, που αναφέρεται στη ζωή της, και σχεδόν ταυτόχρονα και το δεύτερο προσωπικό της άλμπουμ με τίτλο The Silver Tree, που αν και ήταν αρκετά διαφορετικό από τις προηγούμενες δουλειές της, κέρδισε τα καλά σχόλια των μουσικοκριτικών. Ομως κυκλοφόρησε σε συγκεκριμένες χώρες, ήταν μάλιστα το πρώτο που κυκλοφορούσε εκτός της εταιρείας 4AD, με συνέπεια να μη γίνει γνωστό σε όλους τους φίλους της.

Οι περισσότεροι από τους φίλους της στην Ελλάδα σίγουρα θα αγνοούν τις συνεργασίες της με τον, κάποτε μέλος των Tangerine Dream, Klaus Schulze, με τον οποίο έκαναν αρκετές εμφανίσεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και κυκλοφόρησαν τα άλμπουμ Farscape (2008), Rhingold (2008), Dziekuje Bardzo (2009) και Come Quietly (2009).

Στα τελευταία 10 χρόνια έχει γράψει μουσική και τραγούδια για περισσότερες από 15 κινηματογραφικές ή τηλεοπτικές ταινίες, ανάμεσά τους και η συνεργασία της με τον Ennio Morricone για την ταινία του 2005 Fateless, που ήταν σχεδόν αυτοβιογραφία του βραβευμένου με νόμπελ ούγγρου συγγραφέα Imre Kertesz, που έγραψε και το σενάριο.

Το τελευταίο προσωπικό άλμπουμ τής Lisa Gerrard είναι το Black Opal του 2009. Ακολούθησε η επανένωση με τους Dead Can Dance που οδήγησε σε ένα ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ και το Anastasis